Ο Κανένας

Γράφει η Κυριακή Γανίτη

Αναφερόμενος ο Όμηρος στο έργο του ''Οδύσσεια'' (συγγνώμη, αλλά δε θυμάμαι την ραψωδία και τους ακριβείς στίχους) στη συνάντηση του Οδυσσέα με τον Κύκλωπα Πολύφημο, επέλεξε να προβεί σε ένα ευρηματικό τέχνασμα που όχι μόνο θα αναδείκνυε την οξυδέρκεια του πρώτου έναντι του άλλου, μα θα τον βοηθούσε να φέρει εις πέρας και τον όποιον σκοπό του. Κι αναρωτιέμαι. Πόσο εύκολο είναι ένας άνθρωπος να επιλέξει να αναφέρεται στον εαυτό του ως ''Ο Κανένας''; Σαν να μην έχει κάποιο όνομα που τον/την ακολουθεί σαν ένα αναπόσπαστο κομμάτι του εαυτού του/της; Πώς μπορεί μία τόση δα λέξη να έχει τόση μεγάλη και σαρωτική δύναμη που να μοιάζει σαν να εξαφανίζει την ίδια μας την ύπαρξη και ταυτόχρονα να μοιάζει πιο συλλογική από ποτέ; Και κυρίως, πότε και για ποιους λόγους ένας άνθρωπος να πάρει αυτήν την απόφαση και να αποποιηθεί την ταυτότητά του/της και να υιοθετήσει (είτε από δική του/της επιλογή είτε λόγω λοιπών συνθηκών) το ''προσωνύμιο'' ''Ο Κανένας''; Πόσα ψυχικά αποθέματα χρειάζονται; Ή μήπως μιλάμε για έναν άνθρωπο που μπορεί να έχει ''αποστραγγιστεί'' από όλα εκείνα τα θετικά συναισθήματα κι ό,τι συνεπάγεται η φύση του/της και πλέον περιδιαβαίνει τον κόσμο σέρνοντας μαζί του/της ένα κενό ''κουφάρι'';

Πάει! Πάλι ξέφυγα... Και δεν έχετε ιδέα πόσο μπορεί να φοβάμαι αυτά τα ''ξεστρατίσματα'' της σκέψης μου. Το πώς μπορεί να ''χαθώ'' μέσα σε όλη αυτή τους τη ''δίνη'' και να τα ''κουβαλώ'' παράλληλα με την ανάγνωση του βιβλίου που -για να είμαι ειλικρινής- ο τίτλος του με έβαλε σε αυτήν τη διαδικασία. Όχι, βέβαια και κάτι τόσο πρωτόγνωρο, αφού η συγγραφέας Αλεξάνδρα Τσότσου -τουλάχιστον σε όσα βιβλία της έχω διαβάσει μέχρι και σήμερα- επιλέγει να βάλει τίτλους τόσο ευφυείς και διεγερτικούς για τη σκέψη μας, οπότε και το νέο της μυθιστόρημα, με τίτλο ''Ο Κανένας'' (κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Διάνοια), δε θα μπορούσε να αποτελεί εξαίρεση. Μάλλον προς επιβεβαίωση του κανόνα τείνει. Μόνο που αυτήν τη φορά ένιωσα λες και συστηνόμουν ξανά με την πένα της, αφού κάνει μία εύστοχη ''στροφή'' προς τη συγγραφή ενός κειμένου στα πλαίσια της δυστοπίας που θα μας κάνει να αναρωτηθούμε για πολλά.

Είναι δεδομένο και δε χρήζει καμίας αμφισβήτησης ότι δε ζούμε μέσα σε έναν ουτοπικό κόσμο, αλλά τα πάντα γύρω μας τείνουν να καταλήξουν προς μία δυστοπία από εκείνες που τυγχάνει να διαβάζουμε σε ανάλογα έργα, ή, παρακολουθούμε μέσα από εφιαλτικά και υποθετικά (γι'αυτό το τελευταίο, πλέον, δεν είμαι τόσο σίγουρη) διάφορων κινηματογραφικών σεναρίων, μαζί με τα όποια αποτελέσματα μπορεί να αποφέρει όλη αυτή η συνθήκη στη ζωή μας. Κι αλίμονο σε εκείνον/η που θα αφεθεί στη λήθη και θα γίνει ''έρμαιο'' των λίγων που θα έχουν την εξουσία της δύναμης να ορίζουν τις ζωές μας με τέτοιον τρόπο που θα αποζητά μόνο υποταγή κι η όποια μορφή αντίστασης θα καταπνίγεται εν τη γενέσει της μέσα στο ίδιο της το ''αίμα''...

''Σε έναν κόσμο όπου το λευκό είναι το χρώμα της λήθης, η αλήθεια κρύβεται στην εξουσία που κανείς δεν τολμά να αμφισβητήσει. Για κάποιους, η ευημερία είναι το έπαθλο της σιωπής. Μια γέφυρα χωρίζει την αποστειρωμένη γαλήνη από τον απόλυτο εφιάλτη. Μια αχανής χωματερή από σάρκα και σίδερο, εκεί όπου η ζωή ανακυκλώνεται και η ανθρωπιά πεθαίνει για να γεννηθεί η τάξη. Ένας γιος παγιδευμένος ανάμεσα στην ευγνωμοσύνη και τη φρίκη. Ένας πατέρας που οικοδομεί την τελειότητα πάνω σε θεμέλια από σάρκα. Και μια παρουσία, ένας ψίθυρος από το παρελθόν, που μοιάζει να ξεπήδησε από τις πιο σκοτεινές σελίδες του Έντγκαρ Άλαν Πόε, θυμίζοντας πως τίποτα δε μένει για πάντα θαμμένο. Όταν το νυστέρι αγγίξει τη μνήμη, ποιο κομμάτι της ψυχής θα μείνει ανέπαφο;" (Από το οπισθόφυλλο)

Κάποτε είχα ακούσει και δεν ξέρω κι αν ευσταθεί, πλήρως, ως δεδομένο ότι το μαύρο χρώμα εσωκλείει μέσα του ολόκληρη τη χρωματική παλέτα και ότι το λευκό χρώμα υποδηλώνει παντελή απουσία χρώματος. Και σας ρωτώ. Πώς γίνεται τότε να έχουμε ταυτίσει στο μυαλό μας το μαύρο με οτιδήποτε κακό/αρνητικό και το λευκό με ό,τι καλό και θετικό; Αντιλαμβάνεστε, προφανώς, το τί εννοώ! Εμένα μου ακούγεται άκρως οξύμωρο. Ίσως και γι'αυτό η συγγραφέας να επιλέγει το λευκό χρώμα έναντι του μαύρου για να ''απεικονίσει'' πάνω του όλα όσα άσχημα μπορεί να συνεπάγεται η λήθη, η έλλειψη της ταυτότητας, καθώς και της κριτικής ικανότητας και σκέψης. Σαν αυτός ο αόρατος λευκός καμβάς είναι ό,τι τελικά απομένει αν ''απογυμνώσουμε'' έναν άνθρωπο από όλα εκείνα τα στοιχεία που τον ''συνθέτουν''. Μόνο που εδώ δε μιλάμε για μία ακόμη tabula rasa πάνω στην οποία θα αξιοποιήσουμε και θα αποτυπώσουμε κάθε χρήσιμη γνώση, αλλά θα γίνει ένα αλλιώτικο ''πεδίο'' επιβολής των απόψεων/θέλω τρίτων...

Το βιβλίο είναι άκρως σφιχτοδεμένο και πλήρες με αρχή, μέση και τέλος (βέβαια εγώ θα επιθυμούσα να έχει μία μεγαλύτερη έκταση σε κάποια σημεία - αυτό είναι απολύτως υποκειμενικό και δε σημαίνει ότι μιλάμε για ένα λιγότερο καλό έργο) κι ακολουθεί έναν αυστηρό ρυθμό αφήγησης και δράσης που δε μας επιτρέπει να αφήσουμε την προσοχή μας να αποσπαστεί από οποιονδήποτε εξωτερικό παράγοντα. Όχι, ότι μπορεί να συμβεί εύκολα κάτι τέτοιο, αφού η συγγραφέας ''χτίζει'' μία ιστορία τόσο ρεαλιστικά επώδυνη που μοιάζει τόσο μακρινή κι εφιαλτική και την ίδια στιγμή τόσο οικεία και πιθανή που μας κάνει να αναρωτιόμαστε για το πού οδηγούμαστε ως ανθρωπότητα και ποιο το δικό μας μερίδιο ευθύνης σε όλο αυτό και το τί χρειάζεται να κάνουμε ώστε να αποτρέψουμε τα χειρότερα να έρθουν προτού να είναι, πλέον, αργά...

Εν κατακλείδι, μιλάμε για ένα αντικειμενικά απαιτητικό ως προς τα νοήματά του μυθιστόρημα που αποτελεί άκρως θρεπτική ''τροφή'' για σκέψη και ένα εύστοχο ''ταρακούνημα'' από τις κατά τ'άλλα μακάρια αναπαυτικές μας θέσεις. Ποιοι/ες οι τολμηροί/ες που θα επιλέξουν να μάθουν ποιος είναι ''Ο Κανένας'';
Αναζητήστε το! Καλή ανάγνωση.

Κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Διάνοια.

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Ο Τέρη Γκαλάκτικ και οι ξεπαγωμένες

Αδάμαστες ψυχές

Με τα Φώτα Σβηστά

ΤΣΑΚΙΣΜΕΝΕΣ ΑΜΥΓΔΑΛΙΕΣ

Εκεί όπου οι δρόμοι δεν έχουν όνομα