Η τελευταία εκτέλεση
Γράφει η Κυριακή Γανίτη
Συναντώντας ξανά αγαπημένους/ες συγγραφείς... και για τρίτη φορά ο ''αναγνωστικός'' μου δρόμος ''διασταυρώθηκε'' με την πένα του συγγραφέα Νίκου Παργινού μέσα από το καινούργιο του μυθιστόρημα, με τίτλο ''Η τελευταία εκτέλεση'', το οποίο κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Γραφή. Ένα μυθιστόρημα που κινείται μέσα σε ένα αμιγώς ιστορικό/πολιτικό πλαίσιο της μετεμφυλιακής περιόδου της χώρας και μιλά για τον ηρωϊσμό των αγωνιστών της Εθνικής Αντίστασης. Ένα μυθιστόρημα εμπνευσμένο από αυτό το μελανό σημάδι της ιστορίας του τόπου μας, όπου η μυθοπλασία το βοηθά να είναι όχι πιο ''εύπεπτο'', μα πιο προσιτό και ''ανοιχτό'' προς όλους κι όλες που θα επιλέξουν να το διαβάσουν.
Ας πούμε ξεκάθαρα κάποια πράγματα. Ναι, μεν μπορεί τα όποια ιστορικά γεγονότα να είναι δεδομένα κι αντικειμενικά, αλλά ο τρόπος που παρουσιάζονται επαφίεται στην υποκειμενική ματιά του εκάστοτε προσώπου που θα επιλέξει να τα αφηγηθεί δε. Εγώ από μικρή ηλικία έχω γαλουχηθεί να προσεγγίζω τα πάντα ακούγοντας όλες τις μεριές προτού να καταλήξω σε κάποιο συμπέρασμα. Δεν έχω μάθει να κρίνω τους ανθρώπους βάσει των όποιων -εν προκειμένω- πολιτικών ''πιστεύω'', ούτε να θεωρώ ότι όσοι/ες τυγχάνει να ''εσωκλείονται'' στη δική μου πολιτική στάση να είναι απαραιτήτως και μόνο σωστοί/ες και όσοι/ες ανήκουν σε αντίθετη μεριά να είναι λάθος! Όχι! Παντού και πάντα υπήρχαν τόσο καλοί/ες όσο και κακοί/ες κι από εκεί πρέπει πάντα να ξεκινάμε και να έχουμε μία πιο ''ανοικτή'' σκέψη.
Είμαστε ένας λαός απείθαρχος που δε ''σηκώνει'' χαλινάρι και κατά έναν περίεργο κι οξύμωρο τρόπο καταφέρνουμε από τη μία μεριά να γινόμαστε μία σφιχτή γροθιά προς τον όποιον εξωτερικό αντίπαλο μας απειλεί κι από την άλλη να έχουμε πολύ εύκολο το να θεωρούμε εχθρούς μας τους συμπολίτες μας, τα παιδιά μας, τους γονείς, τους φίλους και τους λοιπούς γνωστούς και συγγενείς μας λόγω ποικίλων έριδων που γεννιούνται είτε από κληρονομικούς είτε από πολιτικούς είτε από άλλους λόγους προσωπικών συμφερόντων. Και δυστυχώς έχω φτάσει στο σημείο να μη μου κάνουν πολλά πια εντύπωση. Από τη στιγμή που ζούμε σε μία χώρα που κάποιους προδότες τους εξυμνούν ως ήρωες του τόπου και εκείνους/ες που έδωσαν την ψυχή και τη ζωή τους για τη διαφύλαξη της ελευθερίας της πατρίδας να τους/τις κλείνουμε στη φυλακή και να τους/τις εκτελούμε λες και διέπραξαν το χείριστο, γιατί να μην έχει συμβεί αυτό και σε άλλες περιπτώσεις;
Θα είμαι ειλικρινής μαζί σας, καθώς δε μου αρέσει ούτε να ωραιοποιώ καταστάσεις ούτε να αιθεροβατώ, μα μήτε και να δικαιολογώ τα πάντα! Δεν είπα ότι δεν έχω κάνει (ίσως να κάνω και στο μέλλον) λάθη ως άνθρωπος, αλλά έχω μάθει ότι όποιος/α νοιάζεται πραγματικά για την πατρίδα και τα ιδανικά του/της παλεύει έως και το τέλος δίχως να υποκύπτει στην όποια ''σωτηρία'' του εαυτού μέσω της προδοσίας και κυρίως το κάνει ανιδιοτελώς! Δεν αναζητά καμία είδους αναγνώριση/ανταπόδοση από το κράτος για τις όποιες ''υπηρεσίες'' του/της υπό τη μορφή κατοχής ανώτερων θέσεων εξουσίας, ή, πολιτικών θώκων, πέρα από την όποια τιμή οφείλουν να λάβουν συνολικά για το έργο τους από σύσσωμο τον λαό και την πολιτική και πολιτειακή εξουσία. Μάλλον εγώ, όμως, εμμένω στο λάθος! Επιλέγω να είμαι πλήρως κι αθεράπευτα ρομαντική και να πιστεύω ότι όσοι/ες πολέμησαν και αντιστάθηκαν στον εχθρό το έκαναν για την πατρίδα και την ψυχή τους κι όχι για υστερόβουλα προσωπικά οφέλη. Αλλά και πάλι... Δε συμβαίνει πάντα αυτό! Δυστυχώς, η ιστορία έχει αποδείξει ότι υπάρχουν και οι μεν και οι δε.
''1949. Στη σκιά του εμφυλίου πολέμου που δοκιμάζει τη χώρα ο Λευτέρης Παπάζογλου βιώνει τον εγκλεισμό στις Φυλακές της Κέρκυρας περιμένοντας την αποφασισμένη εδώ και καιρό εκτέλεσή του. Λίγες ώρες του απομένουν μέχρι να ξημερώσει και να οδηγηθεί κι αυτός, όπως δεκάδες άλλοι αγωνιστές της Εθνικής Αντίστασης, στο Λαζαρέτο, το μικρό νησί λίγο έξω από την Κέρκυρα όπου θα συναντήσει το εκτελεστικό απόσπασμα. Μόνος, στο σκοτεινό κελί του «Γολγοθά» την τελευταία εκείνη νύχτα θα κληθεί να αναμετρηθεί με το παρελθόν, τις σκιές και τα φαντάσματα της διαδρομής που ακολούθησε αντικρίζοντας κατάματα τον θάνατο. Πάλεψε με όλους. Με ξένους και ντόπιους, με γείτονες, συγχωριανούς, συγγενείς και αδέρφια. Τώρα, στην ύστατη μάχη του, καλείται να παλέψει και με τον ίδιο του τον εαυτό σε έναν χειρότερο εμφύλιο, εσωτερικό, που χωρίζει το «είναι» του, τα «θέλω» και τα «πρέπει», τις ελπίδες και τα όνειρα για τη ζωή και τον έρωτα με τα ιδανικά, τις αξίες και τα «πιστεύω» που υπηρέτησε με τον αγώνα του. Με μια δήλωση μετάνοιας μπορεί να αποφύγει τον θάνατο και να ζήσει τον απόλυτο έρωτα που τον κρατά δέσμιο με τη ζωή και συνάμα τον ελευθερώνει. 1978. Τριάντα χρόνια μετά θα αποκαλυφθεί το μυστικό εκείνης της ιδιαίτερης σύγκρουσής του, της τελευταίας εκτέλεσης στον μαρτυρικό τοίχο του Λαζαρέτου στην πρώτη επίσκεψη – προσκύνημα στο άβατο του νησιού." (Από το οπισθόφυλλο)
Ο συγγραφέας με απόλυτο σεβασμό και προσοχή μας ''επιστρέφει'' πίσω στον χρόνο και στον χώρο και πιο συγκεκριμένα στο νησί του Λαζαρέτου -κοντά στην Κέρκυρα- όπου εκεί έμελλε να πραγματοποιηθούν μερικές από τις πολλές εκτελέσεις των αγωνιστών της Αντίστασης. Μα δείτε πόσο οξύμωρη είναι η ονομασία του νησιού σε σχέση με το τί συνέβαινε εκεί. Σαν να θέλει να ξορκίσει το όποιο κακό. Σαν να κρατά ζωντανή την όποια θύμηση είτε ως προς παράδειγμα αποφυγής ανάλογων κακών/λαθών στο μέλλον είτε για να μαθαίνουν οι νεότεροι και να μη λησμονούν οι παλαιότεροι/ες. Αλίμονο και πάλι αλίμονο σε όποιον έχει την κακή τύχη να ξεχνά...
Ο κεντρικός πρωταγωνιστής και η ιστορία του κάλλιστα θα μπορούσε να είναι οποιουδήποτε ανθρώπου εκεί έξω που έχει βρεθεί σε ανάλογη θέση. Είναι τόσο διαπεραστικά ειλικρινής και καθάριος από άποψη σκέψης και ψυχής που δεν μπορείς να αγνοήσεις τα όσα έχει να σου αφηγηθεί. Αγαπητέ/ή αναγνώστη/στρια, μη βιαστείς να τον κρίνεις, προτού ακούσεις τα πάντα. Επέλεξε να ''ξεφορτωθείς'' τα όποια ''κομματικά'' γυαλιά φοράς (ανεξαρτήτως χρώματος) και στάσου στο πλευρό του. Δες πέρα από το όποιο ''φαίνεσθαι''. Αποτίναξε από πάνω σου παγιωμένες προκαταλήψεις και σκέψεις που μπορεί να έχουν, εκουσίως, περάσει στο υποσυνείδητό σου από λεγόμενα τρίτων. Σκέψου ότι μιλάμε για ανθρώπους σαν κι εσένα, την οικογένειά σου, τους φίλους, τους συγγενείς και τους γείτονές σου. Πώς θα ένιωθες σε αντίστοιχη περίπτωση;
Ο συγγραφέας έχει έναν λόγο σαρωτικό σαν άλλος φουσκωμένος χείμαρρος ποταμού που σε παίρνει και σε παρασύρει σε μία όχι δίνη, αλλά σε μία άλλη οπτική της ιστορίας που -κακά τα ψέματα- ίσως να μην έχει ''πέσει'' πάνω της όλο το φως και η προσοχή που της αξίζει. Σαν να φοβούνται όχι να ''λερωθούν'', αλλά να αποκαλυφθούν πράγματα που δεν είναι αρεστά σε πολλούς/ες διότι η σκληρότητά τους ξεπερνά την ανθρώπινη φαντασία και ενσυναίσθηση. Κι όμως, ο συγγραφέας δίχως ακρότητες, με ενδελεχή έρευνα και πίστη στον σκοπό και τη θυσία αυτών των ανθρώπων μας δίνει μία ιστορία που αναδεικνύει τα κακώς κείμενα εκείνης της εποχής, όπου ένας λαός και μία χώρα στο σύνολό της προσπαθούσε να βρει τις ισορροπίες και τα βήματά της σε έναν κόσμο που άλλαζε με ταχείς ρυθμούς. Ένα μυθιστόρημα που διαβάζεται απνευστί και θεωρώ ότι οι λάτρεις των ανάλογων έργων θα μείνουν ικανοποιημένοι/ες από αυτό.
Αναζητήστε το! Καλή ανάγνωση.
Κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Γραφή.

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου