Διαβάζοντας ένα απόσπασμα από τη νουβέλα ''Αέναες ζωές" (εκδ. Ελκυστής)
Τίτλος: Αέναες ζωές Συγγραφέας: Θεόδωρος Πάλλας Εκδόσεις: Ελκυστής ...Ο άντρας, είναι ένας αψηλός ξερακιανός άντρας. Με τα πρώτα σκιρτήματα του ήλιου ξεκινούσε. Την ώρα που η νύχτα μαδάει, που ανίσχυρη αφήνεται στις θωπείες της αυγής, μέσα του ξεχύνεται η ενάργεια του καθήκοντος. Ακολουθεί απαρέγκλιτα ένα άτυπο σχέδιο που λες και το έχει ενδόμυχα εκπονήσει από καιρό. Άνοιγε έναν έναν τους κάδους και απλωμένος πάνω και μέσα στον καθένα ξέθαβε όσα λουλούδια έβρισκε. Ως κι αυτά που είχαν μαραμένα πέταλα πάνω σε έναν κυρίαρχο, κρατερό μίσχο. Οι κινήσεις του γινήκανε μηχανικές, λες και η μυρουδιά των λουλουδιών υπερτερεί της δυσωδίας και το χέρι του, φιλεύσπλαχνο, μπορούσε, ακολουθώντας την όσφρηση, το κάθε λουλούδι να το αναδύσει. Μετά, μια του ματιά του ήταν αρκετή. Φάσκιωνε στη σάρκα του ή άφηνε λεύτερο το κάθε λουλούδι σε μια οδυνηρή πτώση. Δεν υπάρχει κάποιος, απόλυτα ή σχετικά, αριθμός λουλουδιών που πρέπει να συγκεντρωθεί, παρά διέτρεχε το σώμα έναν συγκεκριμένο χώρο...