Διαβάζοντας ένα απόσπασμα από το βιβλίο ''Μωβ Κουνέλια με Πορνογραφικούς Εφιάλτες" (εκδ. Συμπαντικές Διαδρομές)


Αφιερωματικός μήνας στη λογοτεχνία του τρόμου & της φαντασίας...

....Και ελάτε να διαβάσουμε παρέα ένα απόσπασμα από το βιβλίο 
''Μωβ Κουνέλια με Πορνογραφικούς Εφιάλτες"
Συγγραφέας: Ισαβέλλα Πρίτσα
Εκδόσεις Συμπαντικές Διαδρομές

Προσπαθώ να κλείσω τα μάτια και να πιάσω στον αέρα μια υποψία από τη μυρωδιά σου Λάζαρε. Κανέλα. Λεβάντα. Όλεθρος. Ένα άρωμα όπως κανένα. Μα δε μπορώ, το ξέρεις και το ξέρω. Εσύ κοιμάσαι κάπου πολύ μακριά μου κι εγώ είμαι εδώ, στο δωμάτιό μου, και σε σκέφτομαι. Σκέφτομαι όσα δε μπορούσα να σκεφτώ κοντά σου. Κι όσο περισσότερο συλλογίζομαι, τόσο ξυπνάω και τόσο αναλογίζομαι και φοβάμαι. Αναρωτιέμαι γιατί οι φόβοι μου τρυπώνουν στις ρωγμές, στα κενά, που αφήνει η αγκαλιά σου. Αναρωτιέμαι γιατί όταν σε κοιτάζω σκέφτομαι αστέρια και καρβουνόσκονη και κανέλα. Κι όσο είμαι μακριά όλα αυτά γίνονται καπνός και το μόνο που μένει είναι ένα σύννεφο από μικροσκοπικούς φόβους, τόσο τρελούς και αλλόκοτους, που ποτέ δεν θα μπορούσαν να υπάρξουν όσο είμαι κοντά σου.

Κοιτάζω ένα μαύρο καπέλο μου, μελόν, σαν εκείνο από την «Αβάστακτη ελαφρότητα του είναι». Σκέφτομαι πόσο μου άρεσε εκείνο το βιβλίο και πόσο εσύ δεν το κατάλαβες. Κι όσο το καπέλο ανθίζει στις σκέψεις μου και γίνεται μελάνι και λέξεις, τόσο αναδύονται και διαφορές μας που βρίσκω τόσο αστείες. Διαφορές που φοβάμαι πως θα μας αποξενώσουν μια μέρα. Φοβάμαι, φοβάμαι πολύ. Φοβάμαι μην σε χάσω κι όμως στο παιδικό μου δωμάτιο σκέφτομαι πως ίσως να μην σε είχα ποτέ.

Κι ύστερα θυμάμαι το βλέμμα σου. Εκείνη τη μία φορά που εκνευρίστηκες μαζί μου. Που με είχες απέναντί σου και μου έλεγες πως δεν προσέχω τον εαυτό μου, πως ακόμα κι αν λες πως νιώθεις τόσα για εμένα εγώ τα προσπερνώ σα να μην είπες ποτέ τίποτα. Κι όλα αυτά γιατί δεν σε άφησα να μου δώσεις μια ζακέτα ένα βροχερό πρωινό και μετά από λίγες ημέρες κρύωσα.

«Μη λες ψεματάκια» είπες. Είπες πως δεν είσαι σίγουρος. Πως ανησυχείς. Κι ανησυχούσες. Ήσουν απογοητευμένος και θυμωμένος. Κι ας μην το έλεγες. Εγώ το έβλεπα. Κι όσο οι μαύρες τρελές μου σκέψεις χορεύουν στο νου μου, όπως το σκυλάκι σου που τρέχει κύκλους στα πάρκα στη βροχή, τόσο πιο έντονο είναι αυτό το βλέμμα σου εκείνης της ημέρας που καίει τις σκέψεις μου. Αυτό το βλέμμα της απογοήτευσης. Της κούρασης. Πως έχεις να κάνεις με παιδί.

Το μισώ αυτό το βλέμμα. Με πονάει γιατί δείχνει πως βλέπεις τις ρωγμές. Κι οι ρωγμές μου με θυμώνουν. Είναι ανασφάλεια, το ξέρω, όμως φοβάμαι πως κάποια ημέρα αυτό που κοιτάς δεν θα είναι αυτό που θα θέλεις πια να βλέπεις. Προσπαθώ να πάρω απόσταση, να μην αφεθώ, γιατί μια ημέρα ίσως να μη με πιάσεις, όμως νιώθω να βουλιάζω. Να με κρατάς μαζί σου, στην αγκαλιά σου, κι εγώ να μη μπορώ να ξεφύγω, να μη θέλω. Κι όταν βαρεθείς αυτή την αγκαλιά και φύγεις, αν συμβεί αυτό, εσύ θα με αφήσεις ελεύθερη κι εγώ θα σκορπίσω σαν σκόνη και κόκαλα γιατί θα είμαι αδύναμη πια να αντιμετωπίσω την ξαφνική μου υπόσταση, όταν είχα συνηθίσει να στηρίζομαι κι όχι να περπατάω μόνη. Μπερδεμένο. Ίσως.

Κάποιος θα έλεγε πως δεν θα έπρεπε να σκέφτομαι έτσι. Πως έχω μεγαλώσει πια για παρανοϊκές ιδέες εγκατάλειψης. Κάποιος θα έλεγε πως είμαι μεγάλη πια για να αισθάνομαι τόσα. Πως θα έπρεπε όλο αυτό να το βλέπω πιο γκρίζο, πιο ψεύτικο και πιο ψυχρό απ’ ό,τι το αισθάνομαι. Όμως εγώ εμάς, κι είναι η πιο περίεργη σκέψη να λέω «εμάς» και να ενώνω ανθρώπους έτσι στο μυαλό μου, κι όσο το σκέφτομαι ακόμα γίνεται ακόμα πιο αλλόκοτο, μας νιώθω να παλλόμαστε. Κι όλα τα άλλα να σβήνουν όσο είμαστε μαζί. Γι’ αυτό ανησυχώ τόσο. Γι’ αυτό φοβάμαι τόσο.

Δεν είσαι αυτός που γνώρισα σε ένα μπαρ και δεν ξαναείδα το πρωί. Δεν είσαι η σχέση του ενός μήνα, που μετά το σεξ, δεν είχε τίποτε άλλο να μου πει. Δεν είσαι ο τύπος που όταν χωρίσουμε θα ξεχάσω σα να μην υπήρξε ποτέ. Είσαι πολύ περισσότερα από αυτό. Είσαι φίλος μου. Αυτός που γνωρίζει όλα τα μυστικά μου.

Ακούγεται κλισέ όμως, αλλά σκέψου ποιος γνωρίζει αλήθεια όλα τα μυστικά ενός ανθρώπου. Τι σημαίνει αυτή η ιδιότητα σε μία ζωή. Να έχεις τη δύναμη να με καταστρέψεις, αλλά να μην το κάνεις. Να μπορείς να αιτιολογήσεις κάθε πράξη μου, πολύ καλύτερα από οποιονδήποτε άλλο. Έχεις δύναμη με τη γνώση που έλαβες.

Με φοβίζει το ότι με ξέρεις τόσο που δεν βλέπεις πια πέπλα. Δεν έχει στρώσεις για εσένα, δεν έχει ψέματα. Έχει μόνο αλήθεια. Μόνο εμένα. Εμένα γυμνή. Κι εσύ με κοιτάς και μένεις. Εσύ με κοιτάς και σου αρέσει αυτό που βλέπεις. Αυτό είναι το σοκαριστικό. Πως ξαφνικά αισθάνομαι μια τόσο ισχυρή δύναμη πάνω μου. Αυτή τη δύναμη που υπαγορεύει κοντά σου να είμαι απόλυτα εγώ. Εγώ χωρίς ραφινάρισμα, χωρίς λείανση.

Σκέψου το. Πόσο τρομακτικό είναι να με βλέπεις γι’ αυτό που είμαι και να μένεις. Ποιον άλλο μπορείς να πεις ότι ξέρεις τόσο καλά; Ότι βλέπεις τόσο καθαρά. Γι’ αυτό καταλαβαίνεις τους παράλογους φόβους μου, που με πιάνουν βράδια σαν κι αυτό, που δεν με κρατάς στην αγκαλιά σου. Γι’ αυτό καταλαβαίνεις ποιος έχει τη δύναμη. Τη δύναμη σε μία σχέση την έχει αυτός που ενδιαφέρεται λιγότερο. Κι αυτή τη στιγμή εγώ ενδιαφέρομαι πολύ, τόσο που έχω παραδοθεί με όλη μου την ψυχή.

Θέλω να με ερωτευτείς. Το παραδέχομαι. Θέλω να με κοιτάς κι εσύ όπως σε βλέπω εγώ. Μα, δε μπορώ να το προσπαθήσω. Ξέρεις τι βλέπω σε εσένα κι ελπίζω αυτό να μην σε φοβίζει. Πως νιώθω τόσα, πως δεν θα σε ξεχάσω ό,τι και να γίνει. Πώς μπορώ άλλωστε;

Τον πρώτο δεν τον ξεχνάς ποτέ. Έτσι λένε. Ειδικά όταν ο πρώτος είσαι εσύ. Ο πρώτος σε όλα αλήθεια, όχι μόνο στο σεξ. Ο πρώτος που με έκανε να νοιαστώ, να κάνω τον εαυτό μου στην άκρη και να ενδιαφερθώ για τη δική του ευτυχία, χωρίς να σκεφτώ στιγμή τι μπορεί να πάθω εγώ. Ο πρώτος που με είδε να κλαίω, που με αγκάλιασε, που κοιμηθήκαμε μαζί, που με είδε άρρωστη, αδιάθετη. Αυτός που του παραδέχτηκα τους φόβους μου, που τον κράτησα στην αγκαλιά μου όσο έκλαιγε, που ήθελα να του σβήσω κάθε σκοτεινή στιγμή. Είσαι ο πρώτος που ερωτεύτηκα κι αυτό το γνωρίζουμε καλά και οι δυο. Ο πρώτος που εμπιστεύτηκα. Αυτό είναι που καταλαβαίνω τώρα. Πως αυτό που αισθάνομαι για εσένα έχει σβήσει ό,τι έχω αισθανθεί για τον οποιονδήποτε, οποτεδήποτε.

Σε παρακαλώ, μην τρομάζεις. Αυτά είναι συναισθήματα δικά μου. Δεν περιμένω να νιώσεις το ίδιο. Ελπίζω, όμως δεν περιμένω. Θα το ήθελα αλλά ποτέ- και εννοώ ποτέ- δεν θα σε πίεζα. Διότι όσο παραδέχομαι στον εαυτό μου πόσα σημαίνεις για εμένα, προσπαθώ να σκεφτώ το δικό μου ταξίδι και το δικό σου. Δεν στο έχω πει, και μη μου θυμώσεις για αυτό, όμως ένα βράδυ με πλήγωσες πολύ με κάτι που μου είπες. Ξέρεις πως μου άρεσες, το υποψιαζόσουν καιρό. Κι εγώ γνώριζα πως δεν σου άρεσα και τόσο, πως είχες αμφιβολίες, πως ήσουν τσιμπημένος με άλλη. Το είχα αποδεχτεί και δεν είχα σκοπό ποτέ να σου μιλήσω για τα δικά μου αισθήματα. Όμως εσύ είπες πως θα κατέβεις Αθήνα αν σου το ζητήσω. Πως θέλεις να μάθεις τις προθέσεις μου. Κι ήταν η πρώτη φορά που σκέφτηκα πως θα κάνεις κάτι για εμένα, γιατί σε ενδιαφέρω εγώ.

Κατέβηκες όντως στην πόλη μου και έμαθες τις προθέσεις μου. Κι ύστερα ανέβηκα εγώ Θεσσαλονίκη και σε βρήκα και τα υπόλοιπα τα ξέρεις. Αλλά εκείνο το βράδυ, που ήμασταν αγκαλιασμένοι στο κρεβάτι σου, είπες « Κατέβηκα Αθήνα για να μάθω τι νιώθεις. Κι ένα μικρό κομμάτι μου ήλπιζε ακόμα πως θα γίνει κάτι με εκείνη.» και τότε η καρδιά μου έσπασε σε χίλια κομμάτια. Γιατί ήταν η πρώτη φορά που είχα πιστέψει πως ήρθες για εμένα.

Πώς ήταν δυνατόν να πιστέψω πως ήθελες εμένα δύο ημέρες μετά, ενώ δυο μέρες πριν ακόμα είχες ελπίδες για εκείνη; Ναι, έκλαψα. Ναι, δεν το είδες ποτέ. Μπορεί να είμαι ανόητη γιατί είσαι μαζί μου πια και το τότε δεν έχει καμία σημασία. Αλλά και έχει. Είναι στις σκέψεις που αιωρούνται τη νύχτα. Ο φόβος. Το γιατί. Γιατί είσαι μαζί μου τελικά;

Γιατί το θες; Με θες; Ή γιατί ήμουν διαθέσιμη; Γιατί ξεκίνησες να είσαι τουλάχιστον. Μετά από καιρό ίσως να είμαστε μαζί για άλλους λόγους, αν είμαστε, ωστόσο δεν θέλω η αρχή να είναι τόσο τυχαία. Κάτι που με κάνει να γυρνάω στην αρχική μου σκέψη, πως θέλω να αισθανθείς τόσα πολλά για εμένα, όσο πιο πολλά γίνεται αν είναι εφικτό. Εγωιστικό. Αλλά είναι αυτό που είναι.

Περιμένεις μια ιστορία τώρα, την ιστορία που έγραψα απόψε, ωστόσο δεν θα χαρείς που είναι αυτή. Είναι πιο μαύρη από ό,τι ήθελες. Πιο φοβισμένη. Γι’ αυτό κοιμήσου κι άσε με να την κρύψω κάπου, γιατί θέλω να είσαι χαρούμενος και με ετούτες τις λέξεις δεν θα τα καταφέρω. Υπομονή όμως, θα έρθει κι η ιστορία που περιμένεις. Κάποια στιγμή, όταν δεν θα είναι νύχτα στο δωμάτιό μου. Κάποια πολύ μακρινή στιγμή.

Το τραίνο σταμάτησε. Με περιμένεις στο σταθμό. Φορούσες μαύρη βερμούδα και μαύρη μπλούζα. Ήσουν αναμαλλιασμένος και κουρασμένος. Πήγα για λίγο στο μπάνιο και μου πήρες τη βαλίτσα. Την κουβάλησες μέχρι το σπίτι. Ανεβήκαμε τα σκαλιά. Με κοιτούσες περίεργα και μιλήσαμε για λίγο, χωρίς να λέμε τίποτε ουσιαστικά. Εγώ μιλούσα κυρίως. Νευρικότητα, ξέρεις.
Κι ύστερα η συζήτηση σοβάρεψε. Απότομα.
«Δεν ξέρω αν θα ενδώσω στη λογική ή στο συναίσθημα» ψιθύρισες.
«Καλά» σου πέταξα. «Μια αγκαλιά τότε».
«Μια αγκαλιά» ακούστηκες σαν ηχώ μου.
Έτσι αγκαλιαστήκαμε πρώτη φορά. Για πέντε λεπτά. Ίσως πολύ περισσότερο. Δεν θυμάμαι πια.
Κι έπειτα γύρισες κι άρχισες να με φιλάς. Έτσι ξεκίνησαν όλα υποθέτω. Η ιστορία μας. Που ακόμα τρέμω το τέλος της.

Γιατί σε νιώθω να γλιστράς μέσα από τα χέρια μου λες και δεν με θες πια. Έτσι αισθάνομαι. Δε νιώθω τίποτα. Σπάω κι άλλο. Απλά το φοβάμαι και δεν θέλω να είμαι εκείνη η γκόμενα που έχει φοβίες και ανασφάλειες, που θέλει να της στέλνεις διαρκώς μηνύματα και να την αγκαλιάζεις για να νιώσει καλά. Δεν θέλω να σου λέω ψέματα όμως. Όσα κι αν είπα ως τώρα φαντάζουν μικρά, δεν αλλάζουν κάτι που δεν ξέρεις. Λεπτομέρειες που δεν χρειάζεται να γνωρίζεις. Γι’ αυτό και δε μπορώ να σου κρύψω το φόβο μου. Δεν θέλω να αισθάνομαι έτσι. Θέλω να σταματήσει αυτός ο πανικός. Πότε θα έρθει η ηρεμία; Πότε θα σταματήσω να τρέμω πως θα μου φύγεις;

Συνεχίζεται...

Περίληψη οπισθοφύλλου:

Ένας καθρέφτης που ανοίγει πύλες. Δεν δείχνει μόνο το πρόσωπό σου. Δείχνει όσα φοβάσαι να θυμηθείς.
Μια γυναίκα που προσπαθεί να ξεχάσει. Η Σοφία τολμά να περάσει απέναντι. Εκεί όπου η πραγματικότητα σπάει σαν γυαλί, τα φαντάσματα γίνονται εραστές και κάθε βήμα μπορεί να είναι το τελευταίο.
Στη χώρα όπου μωβ κουνέλια χορεύουν πάνω σε πορνογραφικούς εφιάλτες, η αγάπη μεταμορφώνεται σε τέρας, η μνήμη σε δηλητήριο και η λήθη σε πειρασμό.
Έρωτας, απώλεια, μνήμη, καταστροφή. Τι είναι αληθινό και τι παραίσθηση; Πού τελειώνει η αγάπη και πού αρχίζει ο τρόμος;
Μωβ Κουνέλια με Πορνογραφικούς Εφιάλτες – ένα σκοτεινό, ψυχεδελικό παραμύθι ενηλίκων, εκεί όπου η φαντασία γίνεται πιο επικίνδυνη από την πραγματικότητα.
Ένα βιβλίο που δεν θα σε αφήσει να κοιμηθείς.
Έχεις το θάρρος να κοιτάξεις;

*Τα πνευματικά δικαιώματα τόσο της εικόνας του εξωφύλλου όσο και του άνωθεν αποσπάσματος ΔΕΝ ανήκουν στο blog, αλλά αποκλειστικά στη συγγραφέα και στον εκδοτικό οίκο.

**Το απόσπασμα δημοσιεύεται κατόπιν συνεννόησης και συναίνεσης της συγγραφέως και του εκδοτικού οίκου.







Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Ας γνωρίσουμε τη συγγραφέα Πάολα Ανδριωτάκη

Αόρατα Δεσμά

Ο συγγραφέας Στέλιος Κυπριανού μας μιλά για τον τρόμο...

Η μάγισσα που δεν ήξερε πως μοιάζει η αγάπη

ΕΡΙΦΥΛΗ