#Προδημοσίευση: ''Μεσσίας 21ου αιώνα: Μοίρα", Δημήτρης Α. Παπαχρόνης (Εκδ. Λυκόφως)
Τίτλος: Μεσσίας 21ου αιώνα: Μοίρα
Συγγραφέας: Δημήτρης Α. Παπαχρόνης
Εκδόσεις: Λυκόφως
Ελάτε να διαβάσουμε, παρέα, ένα απόσπασμα από το πρώτο κεφάλαιο του πρώτου μυθιστορήματος, με τίτλο ''Μεσσίας 21ου αιώνα: Μοίρα", του συγγραφέα Δημήτρη Α. Παπαχρόνη, το οποίο κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Λυκόφως. Ένας ανερχόμενος συγγραφέας που αξίζει να συγκρατήσετε το όνομά του...
Το Φοίνιξ είχε μόλις αρχίσει να φορά τα νυχτερινά του φορέματα. Η σελήνη είχε εμφανιστεί πρόωρα, ενώ ο θεός ήλιος έστελνε αποχαιρετιστήρια φιλιά στον απογευματινό ορίζοντα, βάφοντας τα σύννεφα σε αποχρώσεις φλογερές.
Ο Τζόνι Φαμάρ ξύπνησε στο δωμάτιό του περίπου στις έξι και τέταρτο μετά το απόγευμα. Δεν είχε καλά-καλά ανοίξει τα μάτια κι ήδη ένιωθε τις αρθρώσεις του στυφές, σαν σκουριασμένα παλιοσίδερα πεταμένα στην άκρη μιας χωματερής. Τελικά, το χθεσινοβραδινό μεθύσι με τον καλό του φίλο Άλεξ Μάθιους είχε αποδειχθεί κάκιστη ιδέα – καλά, όχι πως περίμενε να ξυπνήσει σαν την Χιονάτη μετά το τρυφερό φιλί του πρίγκιπα, όμως κι άλλη φορά είχε κατεβάσει έξι βότκες και δεν είχε αυτό το χάλι.
Το ρολόι έδειξε έξι και μισή, ύστερα επτά παρά τέταρτο, αλλά ήταν στις επτά που ο Τζόνι κατάφερε επιτέλους να σηκωθεί απ’ το κρεβάτι. Να κάτι ακόμη που δεν θα έκανε με τίποτα παλιά, τότε που πεταγόταν σαν ελατήριο με το πρώτο κιόλας κουδούνισμα του ξυπνητηριού, ήδη έτοιμος να αδράξει τη μέρα. Δεν ήταν όμως ούτε χαζός ούτε αφελής, ήξερε τι έφταιγε για αυτήν την τρισάθλιά του πτώση. Ήταν η ριμάδα η κατάθλιψη που τον ταλαιπωρούσε και που χειροτέρευε με τον καιρό, αυτό το γαμημένο τρωκτικό που είχαν δημιουργήσει οι ίδιες του οι σκέψεις και που, μέσα στο κεφάλι του, έτρεφε και τρεφόταν απ’ την αδράνεια.
Ανακάθισε στην άκρη του κρεβατιού, νιώθοντας λες κι είχε φέρει εις πέρας κάποιον άθλο του Ηρακλή. Δεν σηκώθηκε όμως όρθιος, όχι αμέσως – για λίγο έμεινε ακίνητος εκεί, να αφουγκράζεται το πόσο ενοχλητικός ήταν αυτός ο πονοκέφαλος. Πανάθεμα, πώς στον διάολο κατάφερα να μοιάζω με τόσο κακογαμημένο κουρέλι; σκέφτηκε και, τότε, ένα πνιχτό ρέψιμο τού πλημμύρισε το στόμα με μια καυστική ξινίλα. Το στομάχι του χόρεψε για λίγο ξέφρενες κλακέτες, κι όλα τα υπόλοιπα συνέβησαν ακαριαία: Μια ρουκέτα αχώνευτου βραδινού σκαρφάλωσε στον οισοφάγο του και εκτοξεύτηκε πάνω στη φανέλα του, μετατρέποντάς την σε έργο αφηρημένης τέχνης.
«Σκατά», ξεφώνισε, μορφάζοντας ιδρωμένος από αγανάκτηση και μια αίσθηση αυτολύπησης.
Αφού πέρασε κι αυτό το όχι και τόσο αναπάντεχο, ο Τζόνι έβγαλε το ρούχο του προσεκτικά – πιάνοντάς το με τα ακροδάχτυλα – και το έστειλε να ενσωματωθεί σ’ εκείνον τον μπόγο από άπλυτα που υπήρχε στην καρέκλα του γραφείου. Μετά, άρχισε να ψάχνει για λίγο νερό, ώστε να ξεπλύνει τη γεύση που του είχε αφήσει ο εμετός στο στόμα.
Δεν βρήκε όμως τίποτα υγρό, παρά μόνο ένα μισοάδειο τενεκεδάκι μπύρας που πλέον είχε αποκτήσει ρόλο διακοσμητικού στο κομοδίνο, αφού πρέπει να βρισκόταν ακούνητο εκεί πάνω από δυο βδομάδες. Βλέποντάς το, ο Τζόνι σιχάθηκε τον εαυτό του. Τουλάχιστον βρήκε ένα καλό κίνητρο, για να σηκωθεί πια απ’ το κρεβάτι – να το τσαλακώσει και να το χώσει όσο πιο βαθιά στον κάδο, ώστε να μην το ξαναδεί ποτέ του το γαμημένο.
«Στον διάολο», μονολόγησε όταν το ξεφορτώθηκε.
Ύστερα, στράφηκε προς το παράθυρο του δωματίου και το άνοιξε με την ελπίδα ότι ο χειμωνιάτικος αέρας θα στράγγιζε λίγη απ’ την μπόχα που επικρατούσε εδώ μέσα.
Ταυτόχρονα, σήκωσε τα παντζούρια και είδε για ακόμη μια φορά εκείνη τη σαγηνευτική θέα – το διαμέρισμα και, συγκεκριμένα, την κρεβατοκάμαρα του Τζέικομπ Στόουνς, του παχύσαρκου γείτονα που είχε τη συνήθεια να αφήνει τα παράθυρα ορθάνοιχτα και να κόβει βόλτες ολόγυμνος χειμώνα-καλοκαίρι, μοστράροντας τα συρρικνωμένα του αρχίδια.
Τούτη τη φορά, όμως, τα παντζούρια του επιδειξία Στόουνς ήταν κατεβασμένα – Δόξα τω Θεώ, σκέφτηκε ο Τζόνι. Κάποιες φορές, η ζωή μπορεί να γίνει πραγματικά σπουδαία.
***
Το δωμάτιο άρχισε να ξεμυρίζει γρήγορα, αφού ο απογευματινός αέρας της Μπάκαϊ – της μακροσκελούς οδού όπου έμενε ο Τζόνι – ήξερε να κάνει τη δουλειά του. Ο Τζόνι πήγε στην ντουλάπα, πήρε από μέσα μια καθαρή αλλαξιά και την φόρεσε.
«Τώρα μάλιστα. Σαν καινούριος», είπε με μια δόση ειρωνείας και τράβηξε για την έξοδο.
Ο διάδρομος που ένωνε το υπνοδωμάτιο με τη σαλονοκουζίνα ήταν-δεν ήταν υπόθεση τεσσάρων-πέντε βημάτων, επιστρωμένος με λευκό πλακάκι – το οποίο τώρα πρέπει να έκλεινε κάνα μήνα ασφουγγάριστο – και στους τοίχους υπήρχαν στερεωμένες δυο κορνίζες κι ένας ερασιτεχνικός πίνακας που έδειχνε κάποιο ψαροκάικο να παλεύει με τα κύματα του αγριεμένου ωκεανού. Στη μια κορνίζα, ο Τζόνι και η πρώην του κοπέλα Έμιλι Μπάξτερ πόζαραν χαμογελαστοί μπροστά από την πύλη του Βρανδεμβούργου. Η δεύτερη απεικόνιζε μια ευτυχισμένη τριμελή οικογένεια, όπου ένας νεότερος Τζόνι στεκόταν ανάμεσα σ’ έναν περιποιημένο γοητευτικό άνδρα και μια όμορφη γυναίκα με καστανά μαλλιά. Αν κανείς έφερνε αντίρρηση στο ότι ο Τζόνι ήταν φτυστός η μάνα του, αρκούσε να κοιτάξει τούτη δω τη φωτογραφία.
Καθώς έκανε αυτά τα τέσσερα-πέντε βήματα, ο Τζόνι στάθηκε για μια στιγμή μπροστά στη δεύτερη κορνίζα. Εκεί είδε τρία αληθινά χαμόγελα και, κοιτώντας πίσω στον χρόνο, σχεδόν μπόρεσε να ξαναβιώσει το πανηγυρικό κλίμα εκείνης της ημέρας. Πώς μπορούσε να ξεχάσει; Ήταν λίγο μετά την ανακοίνωση της εισαγωγής του στην ιατρική σχολή του πανεπιστημίου του Φοίνιξ, που σημαδεύτηκε απ’ τα μανιακά χοροπηδητά της μητέρας του Τζένιφερ Κένελ και τις ξέφρενες ζητωκραυγές του πατέρα του Σκοτ Φαμάρ.
Κυριεύτηκε και πάλι απ’ τη θλίψη. Ένιωθε λες κι κοιτούσε μέσα από μία κλειδαρότρυπα το χρονοδιάγραμμα μιας εντελώς άλλης εποχής, ξένης και προ πολλού λησμονημένης. Δύσκολα να ανακαλέσει ο καταθλιπτικός τη ζωή προ του μέγα βασανιστή του, σκέφτηκε, και τούτη ήταν μια θλιβερή παραδοχή που πλέον γνώριζε καλά, την είχε κάνει κομμάτι του εαυτού του. Ίσως αυτός να ήταν κι ο λόγος που τούτες οι εικόνες παρέμεναν κρεμασμένες σ’ αυτόν εδώ τον τοίχο: για να του υπενθυμίζουν τα τελευταία του αληθινά χαμόγελα ή, σε μια πιο αισιόδοξη εκδοχή, να τον ενθαρρύνουν ότι όλα αυτά κάποτε θα επέστρεφαν.
Πήγε στο μπάνιο και πλύθηκε, αλλά έκανε το λάθος να κοιταχτεί στον καθρέφτη. Για ακόμη μια φορά, αντίκρισε κάποιον που πλέον με δυσκολία αναγνώριζε – ήταν σαν να κοίταζε κατάματα τον άπλυτο, αδύνατο, χλομό κι αξύριστο δίδυμο αδερφό του. Θες να γίνεις και γιατρός, τρομάρα σου. Για δοκίμασε να υποδεχτείς έτσι κάναν πελάτη... να δεις τι ωραίες κριτικές θα σου αφήσει στην Google. Μην προτρέχεις, όμως, κάτσε πρώτα να δεις αν θα φτάσεις μέχρι εκεί, γιατί, αν συνεχίσεις έτσι, το πιθανότερο είναι να πας από καμιά κίρρωση, ή να αυτοκτονήσεις πολύ πριν πιάσεις στα χέρια σου το στηθοσκόπιο, σκέφτηκε αποστρέφοντας το βλέμμα του.
Εδώ, όμως, το πιο απελπιστικό δεν ήταν ούτε η αντανάκλασή του ούτε τα λόγια που αντάλλαξε νοερά με τον εαυτό του. Ήταν η τεράστια έλξη που ένιωθε να ασκείται πάνω του κάθε φορά που, τους τελευταίους μήνες, σκεφτόταν ή έπιανε στο στόμα του τη λέξη αυτοκτονία, λες κι αυτά τα γράμματα κρύβανε την πιο σκοτεινή και δελεαστική δύναμη του κόσμου. Υπήρχαν μάλιστα φορές που ο Τζόνι έβλεπε αυτήν τη λέξη σαν μια γιγαντιαία τάφρο, πάνω απ’ την οποία ισορροπούσε σ’ ένα υπέρλεπτο σκοινί. Κι όπως το έκοβε, αυτός θα συνέχιζε να είναι ο ρόλος του στη ζωή για πολύ καιρό ακόμα, αν όχι για πάντα: Ένας ακροβάτης που έπρεπε να διασχίσει το σκοινί και να φτάσει στην απέναντι μεριά χωρίς να πέσει, ώστε το σόου του τσίρκου να στεφθεί με επιτυχία. Στην περίπτωσή του, όμως, δύο ήταν τα κακά: Πρώτον, η πτώση απ’ το σκοινί σήμαινε βέβαιο θάνατο και, δεύτερον, απ’ το σημείο όπου βρισκόταν τώρα, η αντίπερα μεριά ούτε καν αχνοφαινόταν.
Η συνέχεια στο βιβλίο...
Περιγραφή:
Παρασυρμένος από την ανάγκη να ξεφύγει από την κατάθλιψη και να πιει μια μπύρα, ο νεαρός Τζόνι Φαμάρ βγαίνει για μια νυχτερινή βόλτα στους δρόμους του Φοίνιξ. Η κατάληξη της βόλτας θα αποτελέσει την αρχή ενός τρομαχτικού παιχνιδιού της μοίρας, καθώς θα του στερήσει τη σωματική του ακεραιότητα και θα τον φέρει κοντά στη νοσηλεύτρια Μάρθα Άλικερν, μητέρα ενός αγοριού με ιδιαιτέρως αναπτυγμένη
ευφυΐα, που ανεβαίνει τον δικό της Γολγοθά. Εξαρχής, η σχέση τους σκιάζεται από μυστικά, αλλά αυτό δεν είναι το χειρότερο. Χωρίς να το ξέρουν, βρίσκονται στο στόχαστρο μιας πανίσχυρης κλίκας που ζητάει
εκδίκηση και μπορεί να χρησιμοποιήσει κάθε μέσο για να το πετύχει.
ΜΙΑ ΣΚΟΤΕΙΝΗ ΙΣΤΟΡΙΑ
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΕΦΙΑΛΤΕΣ ΜΕΣΑ ΜΑΣ ΚΑΙ ΓΥΡΩ ΜΑΣ
ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΕΚΔΟΣΗΣ
ΤΙΤΛΟΣ: Μεσσίας 21ου αιώνα
ΥΠΟΤΙΤΛΟΣ: Μοίρα
ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ: Δημήτρης Α. Παπαχρόνης
ISBN:9786185813154
ΔΙΑΣΤΑΣΕΙΣ: 14*21
ΣΕΛΙΔΕΣ: 542
ΛΙΑΝΙΚΗ ΤΙΜΗ: 17,78 ευρώ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΛΥΚΟΦΩΣ
*Τα πνευματικά δικαιώματα τόσο της εικόνας του εξωφύλλου όσο και του άνωθεν αποσπάσματος ΔΕΝ ανήκουν στο blog, αλλά αποκλειστικά στον συγγραφέα και στον εκδοτικό οίκο.
**Το απόσπασμα δημοσιεύεται κατόπιν συνεννόησης και συναίνεσης του συγγραφέα και του εκδοτικού οίκου.

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου