Ας γνωρίσουμε τον συγγραφέα Ιωάννη Καραγεωργίου & bonus: Απόσπασμα από το βιβλίο του ''Ο Χρυσόγλωσσος" (εκδ. Παράξενος Ελκυστής)
Ο ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΑΡΑΓΕΩΡΓΙΟΥ
Οι δημιουργοί συστήνονται...κι ας γνωρίσουμε τoν συγγραφέα Ιωάννη Καραγεωργίου & bonus: Απόσπασμα από το βιβλίο του ''Ο Χρυσόγλωσσος" (εκδ. Παράξενος Ελκυστής)
Γράφει ο Ιωάννης Καραγεωργίου
Γεννήθηκα στη Θεσσαλονίκη και από το 2015 ζω στη Φρανκφούρτη της Γερμανίας. Παράλληλα με την επαγγελματική μου πορεία, είχα πάντα πάθος με το διάβασμα. Ο «Χρυσόγλωσσος» είναι το πρώτο μου συγγραφικό του έργο. Η μυθοπλασία συνιστά διαχρονικά μια θεμελιώδη ανθρώπινη ανάγκη, όπως καταδεικνύεται από το γεγονός ότι η ύπαρξή της ανάγεται στις απαρχές της ίδιας της γραφής.
Υποκύπτοντας κι εγώ σε αυτή την ανάγκη, επιχείρησα να μοιραστώ τη δική μου μυθοπλασία, με την ελπίδα να προσφέρω στον αναγνώστη μια σύντομη, ευχάριστη φυγή από την καθημερινότητα, μια ανάσα που όλοι, λίγο ή πολύ, την έχουμε ανάγκη. Ο ''Χρυσόγλωσσος'' είναι ένα μυθιστόρημα φαντασίας με έντονα φιλοσοφικά και κοινωνικά στοιχεία. Στον πυρήνα του βρίσκεται ένας κόσμος όπου η γλώσσα δεν είναι απλώς μέσο επικοινωνίας, αλλά δύναμη. Μια δύναμη που διαμορφώνει την πραγματικότητα και τις ζωές των ανθρώπων. Η εσωτερική ανάγκη που με ώθησε στη γραφή ήταν, θα έλεγα, μια συσσωρευμένη σιωπή.
Για χρόνια διάβαζα, παρατηρούσα, απορροφούσα ιστορίες και ιδέες, μέχρι που κάποια στιγμή η ανάγνωση δεν μου αρκούσε πια. Υπήρχε ένα όνειρο –μάλλον παιδικό– να πλάσω έναν κόσμο δικό μου και να δω αν μπορεί να σταθεί μόνος του, να μιλήσει και σε άλλους.
Το δίλημμα ανάμεσα στη μοίρα και την ελεύθερη βούληση απασχολεί βαθιά, όχι μόνο συγγραφικά αλλά και όλους μας προσωπικά. Ο ήρωας του βιβλίου γεννιέται με ένα χάρισμα που τον ξεπερνά και τον βαραίνει ταυτόχρονα. Δεν πιστεύω ότι είμαστε αποκλειστικά αυτό που γεννιόμαστε, ούτε όμως και εντελώς ελεύθεροι από αυτό. Είμαστε, μάλλον, η διαρκής διαπραγμάτευση ανάμεσα στα δύο. Οι επιλογές μας αποκτούν νόημα ακριβώς επειδή δεν ξεκινούμε από λευκό χαρτί.
Απόσπασμα από το βιβλίο του ''Ο Χρυσόγλωσσος" (εκδ. Παράξενος Ελκυστής)
Η ΚΑΛΥΒΑ ΤΩΝ ΜΑΥΡΑΔΕΛΦΩΝ
Η παγερή ομίχλη γλιστρούσε πάνω από έναν φιδογυριστό ποταμό, οι όχθες του οποίου ήταν
πασπαλισμένες με χιόνι. Ο μοναδικός θόρυβος που ακουγόταν ήταν ο φλοίσβος του κρυστάλλινου νερού.
Μα ξάφνου, ακούστηκε ένας συριγμός και μια ψηλόλιγνη μορφή με κουκούλα προσγειώθηκε, καβάλα
πάνω σε ένα παλιό ξεχαρβαλωμένο σκουπόξυλο. Η μορφή κοντοστάθηκε λίγες στιγμές, κατέβηκε από τη σκούπα, την έκρυψε βιαστικά πίσω από κάτι θάμνους και προχώρησε με γοργό βήμα, ενώ η κάπα της θρόιζε στα παγωμένα χορτάρια.
Ακούστηκε ένας δεύτερος συριγμός κι εμφανίστηκε μια άλλη μορφή με κουκούλα, καβάλα σε ένα
εξίσου ξεχαρβαλωμένο σκουπόξυλο, το οποίο φρόντισε να κρύψει δίπλα στο άλλο.
«Γκρέιφους!»
Η δεύτερη μορφή πρόφτασε την πρώτη, που προπορευόταν.
«Λίγο ακόμα και θα αργούσες, Ράβελ», είπε ο άντρας που λεγόταν Γκρέιφους.
Έφτασαν στις παρυφές της όχθης και στα πρώτα δέντρα της δεξιάς πλευράς του δάσους. Βάδισαν
πάνω σε μουχλιασμένα χαμόκλαδα, ενώ οι χοντρές ταξιδιωτικές κάπες τους ανέμιζαν ξοπίσω τους. Λίγο
αργότερα, στάθηκαν δίπλα δίπλα και στήλωσαν το βλέμμα τους, στην ξύλινη καλύβα, που στεκόταν
μισοκρυμμένη πίσω από καταπράσινα, χιονισμένα δέντρα κάπου στο κέντρο του δάσους.
«Εδώ μένει;» ρώτησε περιφρονητικά ο Ράβελ. «Εδώ; Σε πρώην κρησφύγετο Μαυραδελφών;»
Ο Γκρέιφους, όμως, δε μίλησε. Είχε πάρει ήδη πορεία προς την καλύβα, ακολουθώντας ένα μικρό
μονοπάτι. Ο Ράβελ ακολούθησε, καθώς έβλεπε τον Γκρέιφους να τρυπώνει ανάμεσα σε ψηλές οξιές, για να βγει σε λίγο σε ένα δεύτερο μονοπάτι, σχεδόν πανομοιότυπο με το πρώτο.
«Τόμας, δεν πρέπει να το κάνουμε αυτό...»
«Ο Πρώτος έχει άλλη γνώμη, έτσι δεν είναι;» αντέτεινε ο Γκρέιφους.
«Ο Πρώτος κάνει λάθος», ξεφύσησε ο Ράβελ και τα μάτια του λαμπύρισαν προς στιγμήν, ενώ
κοίταζε ολόγυρα για να βεβαιωθεί ότι ήταν μόνοι. «Αυτό που κάνουμε είναι παράτολμο. Αν μιλήσει
αυτός, αν μας ακολουθήσει...»
Ο Γκρέιφους, όμως, απομακρυνόταν βιαστικά. Ο άλλος τον ακολούθησε, καθώς έμπαιναν όλο και
πιο βαθιά στην πυκνή βλάστηση. Στο τέλος, ο Γκρέιφους έφτασε στα ξύλινα σκαλοπάτια της καλύβας,
ενώ τα βήματα του Ράβελ αντηχούσαν πάνω σε πεσμένα σαπιόξυλα.
Τα σπασμένα παράθυρα της καλύβας ήταν σφραγισμένα με σανίδες. Είχε αρχίσει να πέφτει ψιλό
χιόνι όταν ο Γκρέιφους χτύπησε τη γροθιά του στην ξύλινη πόρτα. Περίμεναν ελαφρώς λαχανιασμένοι,
ανασαίνοντας τη μυρωδιά του χιονιού που ερχόταν παρέα με το νυχτερινό αεράκι.
Λίγες στιγμές αργότερα, άκουσαν βήματα μέσα από την καλύβα και η πόρτα άνοιξε μια
χαραμάδα. Στο στενό άνοιγμα εμφανίστηκε το πρόσωπο ενός άντρα με μακριά μαύρα μαλλιά, που
πλαισίωναν ένα ωχρό και ρουφηγμένο πρόσωπο. Τα κόκκινα από την ταλαιπώρια μάτια του πρόδιναν
έναν μόνιμο φόβο. Ο Γκρέιφους έβγαλε την κουκούλα. Τα γαλανά μάτια του έκρυβαν μια αδιόρατη
ελεγχόμενη οργή, ενώ τα μακριά ξανθά μαλλιά που χύνονταν στους ώμους του τον έκαναν να μοιάζει με αρσενικό λιοντάρι.
«Γκρέιφους...» είπε ο άντρας ανοίγοντας λίγο περισσότερο την πόρτα. «Τι ευχάριστη έκπληξη»,
συμπλήρωσε, όμως ο τόνος της φωνής του μόνο ευχάριστος δεν ήταν. Αντίθετα, έδειξε να ενοχλείται και να κομπιάζει.
Ο άντρας παραμέρισε για να μπει ο Γκρέιφους, που δεν αντάλλαξε χειραψία, ενώ σάρωνε με το
βλέμμα του το ξύλινο δωμάτιο. Ο Ράβελ ακολούθησε χωρίς να περιμένει πρόσκληση.
«Ράβελ», χαιρέτησε δήθεν ο άντρας που άνοιξε. Στα ίσια του χείλη σχηματίστηκε ένα κοροϊδευτικό χαμόγελο, καθώς έκλεινε την πόρτα με έναν ξερό κρότο.
«Αν μη τι άλλο μας υποδέχεσαι εγκάρδια, Μέντσερ. Παρά το ακατάλληλο της ώρας και το
απρόσκλητο της επίσκεψης», είπε περιφρονητικά ο Γκρέιφους, ενώ φαινόταν στο πρόσωπό του, ότι δεν
πίστευε λέξη από όσα έλεγε.
Βρέθηκαν σε ένα μικρό δωμάτιο όλο κι όλο, που ανέδιδε την αίσθηση σκοτεινού κελιού, ανάλογου με την εμφάνιση του ιδιοκτήτη. Η φρεσκάδα του Ράβελ, που ήταν ένας τριανταπεντάρης μελαψός άντρας με ίσιους ώμους και θεληματικό πηγούνι, δεν είχε καμιά σχέση με τον ιδιοκτήτη της καλύβας, που, αν και συνομήλικος, έδειχνε πρόωρα γερασμένος από τις κακουχίες και τα βάσανα.
Οι ξύλινοι τοίχοι της καλύβας ήταν ετοιμόρροποι. Στην ασθενική νησίδα φωτός που σχημάτιζε το
τζάκι της γωνίας, διακρινόταν ένας σαραβαλιασμένος καναπές. Δυο πολυθρόνες τον πλαισίωναν. Ο χώρος απέπνεε έναν αέρα εγκατάλειψης, σαν να έμεινε καιρό ακατοίκητος.
Ο Ράβελ κάθισε κοντά στο τζάκι, όπου χοντρά αναμμένα κούτσουρα έκαναν απέλπιδες προσπάθειες για να κρατήσουν την καλύβα ζεστή. Ο Γκρέιφους έβγαλε τη χοντρή ταξιδιωτική κάπα του, την απόθεσε στο μπράτσο του ετοιμόρροπου καναπέ και κάθισε με τα μάτια του καρφωμένα στον Μέντσερ, που σαν να έτρεμαν τα χέρια του καθώς τα σταύρωνε κάτω από το στήθος του.
«Σε... τι μπορώ να εξυπηρετήσω;» θέλησε να μάθει όταν κάθισε στη μόνη πολυθρόνα που έμεινε
ελεύθερη.
«Είμαστε μόνοι, ε;» ρώτησε ο Γκρέιφους κοιτάζοντας τριγύρω.
«Ναι, φυσικά... ποιος άλλος θα μπορούσε να είναι... Έχει καιρό που ξέκοψα...»
«Κάτι έλεγε ο Ράβελ καθώς ερχόμασταν», τον έκοψε ο Γκρέιφους επιδεικτικά, «για αυτή την καλύβα που κάποτε φιλοξενούσε Μαυραδελφούς...»
«Που εσείς φροντίσατε να διώξετε με την αδέξια παρακολούθησή σας!» φώναξε ο Μέντσερ,
ξαφνικά γενναίος.
«Δεν είχα ιδέα, Μέντσερ, ότι λαχταράς εκείνες τις εποχές», παρατήρησε μειλίχια ο Γκρέιφους.
«Τελικά, φαίνεται ότι σου άρεσε η συγκατοίκηση με τους Άλλους...»
«Δεν είπα κάτι τέτοιο και το ξέρεις», αντέδρασε ο Μέντσερ. «Δικάστηκα! Κάθισα έναν χρόνο στα
μπουντρούμια της Εποπτείας! Πέρασα βασανιστήρια! Θυμάσαι; Βασανιστήρια που εσύ ο ίδιος φρόντισες να μου μείνουν αξέχαστα!»
Ο Μέντσερ σήκωσε με μια γρήγορη κίνηση τη γαριασμένη μπλούζα του. Εμφανίστηκε ένα κοκαλιάρικο κορμί διάσπαρτο με χαρακιές από μαστίγια που στις άκρες έχουν μολύβια, για να σκίζονται πιο εύκολα οι σάρκες. Κοντοστάθηκε για μια στιγμή σαν να ήταν έτοιμος να συνεχίσει το οργισμένο λογύδριό του, αλλά έπειτα έκανε μεταβολή και κατευθύνθηκε στον αλουμινένιο πάγκο της γωνίας.
Λίγες στιγμές αργότερα, άφηνε στο τραπέζι μια σκονισμένη μποτίλια και τρία ποτήρια. Τα γέμισε
με κρασί και βαρύθυμα πρόσφερε τα δύο στους δύο άντρες. Δεν ακούστηκε ευχαριστώ, ενώ ο Ράβελ
συνέχισε να τον αγριοκοιτάζει. Ο Μέντσερ δε φάνηκε να πτοείται. Απεναντίας, έδειχνε δικαιωμένος μετά τα τελευταία λόγια του κι έδειχνε να το διασκεδάζει.
«Στη μεταμέλειά μου, λοιπόν, και στην κατόπιν αθώωσή μου», έκανε πρόποση υψώνοντας το ποτήρι του κι αδειάζοντάς το μονομιάς.
Οι δύο άντρες δεν τον μιμήθηκαν. Ήπιαν το κρασί τους μετά από λίγο. Ο Μέντσερ ξαναγέμισε τα
ποτήρια.
«Όχι πως δε μου είναι ευχάριστη η παρουσία σου, Γκρέιφους –κουβάλησες και το τσομπανόσκυλό σου– αλλά πολύ θα ήθελα να μάθω τι σε φέρνει στη γειτονιά μου».
Ο Ράβελ τινάχτηκε μονομιάς, αλλά με ένα γνέψιμο του Γκρέιφους επέστρεψε στην πολυθρόνα του, ξεφυσώντας σαν εξαγριωμένος ρινόκερος.
«Τι ξέρεις για τους φόνους, Μέντσερ;» ρώτησε ο Γκρέιφους.
Το προηγούμενο σαρδόνιο χαμόγελο εξαφανίστηκε από τα χείλη του Μέντσερ. Το πρόσωπό του πάνιασε. Ήπιε το δεύτερο ποτήρι βιαστικά και είπε: «Ποιους... φόνους; Τι δουλειά έχω εγώ; Σε ποιους
φόνους αναφέρεσαι; Εγώ δεν...»
«Αν σε ρωτήσω για δεύτερη φορά», τον έκοψε παγερά ο Γκρέιφους, «πίστεψέ με. Δε θέλεις να περάσουμε την κουβέντα σε άλλο επίπεδο. Άλλωστε έχεις την ανάλογη εμπειρία. Θυμάσαι;»
Ο Μέντσερ κοίταξε τρομαγμένος το μικρό μακρόστενο ξύλο που κρεμόταν στη ζώνη του Γκρέιφους και που εκείνος χάιδευε απειλητικά.
«Ξέρω ό,τι κι εσύ, Γκρέιφους», είπε με φωνή που έτρεμε. «Ό,τι γράφουν οι εφημερίδες!»
«Σε ποιον τα πουλάς αυτά, ρε κάθαρμα;»
Ακολούθησε ένας απίστευτος αναβρασμός. Ο Ράβελ, που άρθρωσε την προηγούμενη φράση και
που όλην αυτή την ώρα έβραζε –ειδικά μετά από την προσβολή που του έγινε– τινάχτηκε όρθιος και
τίναξε μια ξεγυρισμένη γονατιά στο στομάχι του Μέντσερ, που αμέσως διπλώθηκε κι έπεσε ξερός στο
πάτωμα, με μια πνιχτή κραυγή.
«Μίλα, ρε! Λέγε, τι ξέρεις!»
«Θα σε καταγγείλω, Ράβελ, παλιόσκυλο!» απείλησε ο Μέντσερ, θύμα μιας απαράδεκτης βίας.
«Τραμπούκε αδιόρθωτε! Θα χαρούν πολύ εκεί στη Δημογεροντία όταν μάθουν για τις μεθόδους σου! Θα λογοδοτήσεις γι’ αυτό!»
Η βία που ακολούθησε ήταν κατακριτέα. Ο Γκρέιφους εγκατέλειψε το έως τώρα μειλίχιο ύφος του
και όρμησε στον σωριασμένο στο βρόμικο πάτωμα Μέντσερ, τραβώντας συγχρόνως εκείνο το ξύλο από τη ζώνη του. Το κόλλησε στην καρωτίδα του Μέντσερ, που αυτομάτως μελάνιασε και από τον φόβο και από την πίεση του ξύλου.
«Λέγε ρε! Γεννήθηκε Μελανόκαρδος;»
«Δεν έχω ιδέα, Γκρέιφους! Λυπήσου με!»
«Συναντιέσαι ακόμα με εκείνα τα αποβράσματα; Είναι αλήθεια αυτά που μαθαίνω;»
«Όχι, Γκρέιφους! Όχι! Σ’ το ορκίζομαι! Έχω ξεκόψει! Χρόνια τώρα!»
Ο Γκρέιφους είχε αρχίσει να τρέμει, όχι από το κρύο που εισέβαλε από τις χαραμάδες, αλλά από ένα κύμα οργής, που ως τώρα έκρυβε με επιμέλεια.
«Κάτι έλεγες τη μέρα που σε δικάζανε!» πίεσε πιότερο το ραβδί στον λαιμό του Mέντσερ. «Για κάποιον Νεογέννητο μιλούσες που τον περίμεναν πώς και πώς!»
«Ήταν φήμες!» ούρλιαξε ο Μέντσερ, προσπαθώντας μάταια να αποφύγει από τη μια το ραβδί κι από την άλλη τη λαβή που του έκανε στα πόδια ο Ράβελ. «Λόγια του αέρα! Αυτές οι συζητήσεις γίνονταν μοναχά σε ηγετικό επίπεδο! Μονάχα στο ανώτερο συμβούλιο!»
«Που σίγουρα έπαιρνες μέρος!» βιάστηκε να κραυγάσει ο Ράβελ.
«Όχι, σας το ορκίζομαι! Ποτέ δεν έφτασα τόσο ψηλά! Ποτέ δεν κέρδισα την εμπιστοσύνη τους!
Εξάλλου η ιεραρχία είναι συγκεκριμένη! Κι αν γεννήθηκε, όπως λες Μελανόκαρδος, ας το ψάξει η
Κλειδοκράτειρα! Τι την έχετε και την καμαρώνετε;»
«Βγάλε τον σκασμό, Μέντσερ!» βρυχήθηκε ο Ράβελ, σφίγγοντας πιότερο τα πόδια του Μέντσερ.
«Έχεις την απαίτηση, ρε σκουλήκι, να γνωρίζει η Κέιν όλες τις γεννήσεις που γίνονται σε όλες τις
μαιευτικές κλινικές της χώρας;»
«Αυτή δεν είναι η δουλειά της;» του αντιγύρισε κατακόκκινος ο Μέντσερ. «Τι σκατά Κλειδοκράτειρα είναι; Καθόταν και σας έλεγε η καρακάξα... ότι όλα αυτά τα χρόνια δε γεννήθηκε κανένας από δαύτους. Και τώρα θα την πληρώσω εγώ; Δε γνώριζε η τσούλα ότι ο κίνδυνος μιας τέτοιας γέννησης ανέκαθεν καραδοκούσε;»
«Σκάσε!» φώναξε ο Ράβελ και τράβηξε από τη ζώνη του ένα μεγάλο μαχαίρι. «Μίλα καλύτερα για
τα στελέχη μας, γιατί ορκίζομαι, θα σε σφάξω με αυτό εδώ το μαχαίρι!»
«Γιατί, δεν είναι τσούλα;» έκραξε ο Μέντσερ με περίσσιο θράσος. «Μυστικό το έχετε;»
Το... τι ακριβώς το είχαν δε θα το μάθαινε ποτέ ο Μέντσερ. Τα δόντια του έτριξαν και το στόμα του γέμισε με αίματα, καθώς το σαγόνι του δέχτηκε μια σβουριχτή γροθιά από τον Ράβελ, που ως φαίνεται γνώριζε πολεμικές τέχνες.
«Ωχ!»
«Σκάσε!»
«Ποιος δολοφόνησε τον γερουσιαστή Τζόνσον; Γιατί χρησιμοποιούν μόνο το γήτεμα της ανατιναγμένης καρδιάς; Ξέμειναν από ξόρκια; Τι μήνυμα θέλουν να στείλουν; Ποιος δολοφόνησε τον Μπρέιβερ; Ποιος τον κρέμασε στη δάδα του αγάλματος της Ελευθερίας; Θα μιλήσεις, ή να βάλω ένα τέλος στην άθλια ζωή σου;»
Ερωτήσεις που και να ήθελε να απαντήσει ο Μέντσερ δεν προλάβαινε.
«Είσαι ηλίθιος, Ράβελ;» τσίριξε φτύνοντας αίμα και δόντια. «Τι “ποιος κρέμασε τον Μπρέιβερ”!
Τον σκότωσαν και τον κρέμασαν στη δάδα με το ανυψωτικό ξόρκι! Μυαλό θέλει; Πού θες να ξέρω εγώ
ποιος το έκανε;»
Ο Γκρέιφους σηκώθηκε αργά βάζοντας το μακρόστενο ξύλο στη θήκη του.....
Συνεχίζεται...
Περίληψη οπισθοφύλλου:
Η ζωή ήταν πάντα δύσκολη για τον νεαρό Νεοϋορκέζο Ντρέικ Ντράγκοβιτς. Σε ηλικία 15 ετών χάνει τους γονείς του σε αεροπορικό δυστύχημα και αναγκάζεται να πορευτεί μοναχός το μονοπάτι της ζωής. Τα καταφέρνει αρκετά καλά μέχρι που χάνει και την τελευταία δουλειά του. Για να μπορέσει να επιβιώσει αποφασίζει να διοχετεύσει στην ταχυδακτυλουργική τέχνη τις τρομερές δυνάμεις με τις οποίες ανεξήγητα τον έχει προικίσει η φύση.
Όλα πηγαίνουν καλά ώσπου εμφανίζεται στο καμπαρέ όπου εργάζεται ως ταχυδακτυλουργός μια μυστηριώδης νεαρή, η οποία σχεδόν με τη βία τον οδηγεί σε έναν κρυμμένο κόσμο, όχι μακριά από την Νέα Υόρκη, όπου κάποιοι παράξενοι άνθρωποι θα του ζητήσουν ούτε λίγο ούτε πολύ να προστατέψει τον κόσμο από τον κίνδυνο που τον απειλεί.
Τι σημαίνει να είσαι Χρυσόγλωσσος; Μια αρχαία κατάρα ξυπνά και μια προαιώνια μάχη ανάμεσα σε μάγους τραντάζει τον σύγχρονο κόσμο.
Το βιβλίο ''Ο Χρυσόγλωσσος" κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Παράξενος Ελκυστής.
*Τα πνευματικά δικαιώματα τόσο της εικόνας του εξωφύλλου όσο και του άνωθεν αποσπάσματος ΔΕΝ ανήκουν στο blog, αλλά αποκλειστικά στον συγγραφέα και στον εκδοτικό οίκο.
**Το απόσπασμα δημοσιεύεται κατόπιν συνεννόησης και συναίνεσης του συγγραφέα και του εκδοτικού οίκου.


Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου