Διαβάζοντας ένα απόσπασμα από το βιβλίο ''Οικογένεια: Οι δεσμοί που μας μεγαλώνουν" (εκδ. Αγγελάκη)
Τίτλος: Οικογένεια: Οι δεσμοί που μας μεγαλώνουν
Συγγραφείς: Ελένη Παπαδοπούλου & Νίκος Κουραβάνας
Εκδόσεις: Αγγελάκη
ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ: ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΕΣ ΣΧΕΣΕΙΣ
ΚΑΙ Ο ΡΟΛΟΣ ΤΩΝ ΓΟΝΙΩΝ
Ελένη Παπαδοπούλου - Νίκος Κουραβάνας
Οικογένεια...
Ο άνθρωπος μεγαλώνει και διαμορφώνεται μέσα στο πλαίσιο της οικογένειας, ενός συστήματος στο οποίο τα μέλη αλληλεπιδρούν μεταξύ τους και συνδιαμορφώνουν μια μοναδική και συνεχώς μεταβαλλόμενη δυναμική. Κάθε οικογένεια έχει τα δικά της ιδιαίτερα χαρακτηριστικά και αυτή η δυναμική επηρεάζει με διαφορετικό τρόπο το κάθε μέλος της. Μέσα από τις καθημερινές αλληλεπιδράσεις αναπτύσσονται κοινοί στόχοι, κοινά συναισθήματα και ανάγκες, καθώς και αξίες και όνειρα που μοιράζονται τα μέλη μεταξύ τους. Όλα αυτά τα κοινά στοιχεία λειτουργούν ως θεμέλιο και ως βασικό κίνητρο για την εξέλιξη και τη συνοχή της οικογένειας.
Κεντρικό ρόλο σε αυτή τη δυναμική κατέχουν οι γονείς, δηλαδή οι ενήλικες που καθοδηγούν και επηρεάζουν ουσιαστικά τα υπόλοιπα μέλη. Τα παιδιά, αν και διαθέτουν τη δική τους προσωπικότητα, ταυτότητα και συμπεριφορά, βρίσκονται ακόμη σε στάδιο διαμόρφωσης και επηρεάζονται σε μεγάλο βαθμό από το οικογενειακό περιβάλλον στο οποίο μεγαλώνουν.
Γονείς...
Είναι δύσκολο να καταταχθεί κάποιος γονιός αποκλειστικά σε μία μόνο κατηγορία. Ωστόσο, με βάση τα βιώματα που έχει ο καθένας από τη δική του οικογένεια, μπορεί να αναγνωρίσει στοιχεία διαφορετικών γονεϊκών προτύπων.
Οι γονείς, ενδεικτικά, μπορεί να είναι:
• Υπερβολικά ανεκτικοί-χαοτικοί, δείχνοντας ζεστασιά και στοργή, αλλά δυσκολευόμενοι να θέσουν όρια και να επιβάλουν προσδοκίες σχετικά με τη συμπεριφορά των παιδιών.
• Υπερβολικά αμέτοχοι-αδιάφοροι, χωρίς να θέτουν απαιτήσεις, αλλά ταυτόχρονα χωρίς να εκφράζουν ενδιαφέρον, συναισθηματική στήριξη και αγάπη.
• Αυταρχικοί, δίνοντας έμφαση στον έλεγχο και λαμβάνοντας οι ίδιοι τις αποφάσεις για τα παιδιά τους, περιορίζοντας την αυτονομία τους.
• Αυθεντικοί-δημοκρατικοί, επιδιώκοντας μια ισορροπία ανάμεσα στις προσδοκίες και τα όρια, από τη μία πλευρά, και στην αγάπη, την κατανόηση και την άνευ όρων αποδοχή, από την άλλη.
Οικογένεια: μια ψυχολογική ματιά...
Ο Άντλερ, Αυστριακός ψυχίατρος, ψυχοθεραπευτής (Ατομική Ψυχολογία), τονίζει ότι η οικογένεια πρέπει να λειτουργεί με πραγματική συνεργασία μεταξύ των μελών της. Οι γονείς οφείλουν να είναι ενωμένοι και να συμφωνούν σε ό,τι αφορά την αγωγή των παιδιών τους. Πολύ σημαντικό είναι να μη δείχνουν καμία προτίμηση σε κάποιο παιδί, γιατί η εύνοια έχει σοβαρές και αρνητικές συνέπειες. Η αποθάρρυνση στην παιδική ηλικία συχνά ξεκινά από το αίσθημα ότι οι γονείς αγαπούν ή εκτιμούν περισσότερο κάποιον άλλον. Ακόμη κι αν αυτό το αίσθημα δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, όταν υπάρχει πραγματική ισότητα δεν αφήνεται χώρος να δημιουργηθεί (Άντλερ, 1980).
Ιδιαίτερα, όταν τα αγόρια προτιμώνται από τα κορίτσια, είναι σχεδόν βέβαιο ότι τα κορίτσια θα αναπτύξουν αισθήματα κατωτερότητας. Τα παιδιά είναι πολύ ευαίσθητα και ακόμη και ένα κατά τα άλλα «καλό» παιδί μπορεί να πάρει λάθος πορεία στη ζωή του, μόνο και μόνο επειδή υποψιάζεται ότι οι άλλοι έχουν μεγαλύτερη αξία για τους γονείς. Συχνά κάποιο παιδί αναπτύσσεται πιο γρήγορα ή με τρόπο πιο εύκολο για τους γονείς, γεγονός που κάνει πιο δύσκολο να μην του δείξουν μεγαλύτερη συμπάθεια. Γι’ αυτό οι γονείς χρειάζεται να είναι προσεκτικοί και ικανοί, ώστε να αποφεύγουν τέτοιες διακρίσεις. Αν δεν το κάνουν, το παιδί που ξεχωρίζει θα επισκιάσει τα υπόλοιπα, τα οποία θα νιώσουν ζήλια, ανασφάλεια και αμφιβολία για τις ικανότητές τους, με αποτέλεσμα να δυσκολεύεται η συνεργασία μεταξύ τους. Δεν αρκεί οι γονείς να λένε ότι δεν έχουν προτίμηση· πρέπει να παρατηρούν προσεκτικά αν έστω και η παραμικρή υποψία εύνοιας δημιουργείται στην ψυχή κάποιου από τα παιδιά τους (Άντλερ, 1980).
Στο οικογενειακό πλαίσιο, απαιτείται συνεργασία ανάμεσα στα παιδιά και τους γονείς, οι οποίοι δεν
θα πρέπει να ξεχωρίζουν κανένα από τα παιδιά τους και ταυτόχρονα συνεργασία ανάμεσα στα παιδιά. Ο Άντλερ θεωρεί ότι η οικογένεια αποτελεί τον πρώτο και σημαντικότερο χώρο όπου καλλιεργείται το αίσθημα της συνεργασίας και του κοινωνικού ενδιαφέροντος. Για να συμβεί αυτό, οι γονείς οφείλουν να αντιμετωπίζουν όλα τα παιδιά ισότιμα, χωρίς προτιμήσεις, και να αποφεύγουν κάθε μορφή κυριαρχίας ή υπερβολικής προβολής, είτε δικής τους είτε ενός παιδιού. Όταν ένα μέλος της οικογένειας υπερέχει και ξεχωρίζει έντονα, λειτουργεί όπως το πιο δυνατό δέντρο που επισκιάζει τα υπόλοιπα: εμποδίζει την ανάπτυξή τους και τα οδηγεί σε αποθάρρυνση (Άντλερ, 1980).
Η ανισότητα αυτή γεννά στα παιδιά αισθήματα κατωτερότητας, ζήλιας και δυσαρέσκειας, καθώς κανείς δεν μπορεί να αποδεχτεί χωρίς αντίδραση ότι βρίσκεται «χαμηλότερα» από κάποιον άλλο. Ιδιαίτερα όταν οι γονείς ή ένα παιδί λαμβάνουν περισσότερη προσοχή και εύνοια, τα υπόλοιπα παιδιά χάνουν την αυτοπεποίθησή τους και δυσκολεύονται να αναπτύξουν υγιείς σχέσεις συνεργασίας. Αντίθετα, η ισότητα και η δίκαιη αντιμετώπιση δημιουργούν ένα περιβάλλον στο οποίο όλα τα παιδιά έχουν χώρο να εξελιχθούν, να πιστέψουν στις δυνατότητές τους και να συμμετέχουν ενεργά και θετικά στη ζωή της οικογένειας και της κοινωνίας (Άντλερ, 1980).
Οι γονείς παίζουν καθοριστικό ρόλο στο πώς θα νιώθουν τα παιδιά με τον εαυτό τους. Η μητέρα και ο πατέρας, ο καθένας με τον δικό του ρόλο, συμβάλλουν στην ανάπτυξη του παιδιού. Η συμβολή του καθενός είναι διαφορετική, αν και για πολλά χρόνια θεωρούσαν ότι η μητέρα είναι το βασικό πρόσωπο φροντίδας, που καθορίζει τη ζωή του παιδιού.
Ο Winnicott (2001) ανέδειξε τη θεμελιώδη σημασία της πρώιμης σχέσης μητέρας–βρέφους για τη συναισθηματική ωρίμανση του ατόμου, δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση στην έννοια της «αρκετά καλής μητέρας» και στο περιβάλλον φροντίδας που διευκολύνει την ψυχική ανάπτυξη. Υποστήριξε ότι η ποιότητα της μητρικής φροντίδας καθορίζει την ικανότητα του παιδιού να νιώθει ασφάλεια, να αντέχει τη μοναξιά και να σχετίζεται ουσιαστικά με τους άλλους. Μέσα σε ένα επαρκώς υποστηρικτικό περιβάλλον, το παιδί μπορεί να αναπτύξει τον «αληθινό εαυτό», ο οποίος χαρακτηρίζεται από αυθεντικότητα, αυθορμητισμό και δημιουργικότητα. Αντίθετα, όταν το περιβάλλον αποτυγχάνει να ανταποκριθεί στις βασικές ανάγκες του παιδιού, αναπτύσσεται ο «ψευδής εαυτός» ως αμυντική κατασκευή, με σκοπό την προσαρμογή στις απαιτήσεις και τις προσδοκίες των άλλων.
Οι θεωρητικές αυτές έννοιες έχουν άμεση εφαρμογή και στη θεραπεία ζευγαριών. Ο θεραπευτικός χώρος μπορεί να λειτουργήσει ως μεταβατικός χώρος, μέσα στον οποίο οι σύντροφοι έχουν τη δυνατότητα να επεξεργαστούν πρώιμα βιώματα, ασυνείδητες προσδοκίες και μοτίβα εξάρτησης ή αλληλεξάρτησης. Όταν η μητρική φροντίδα υπήρξε ανεπαρκής, το άτομο συχνά δυσκολεύεται να λειτουργήσει ως ισότιμος και αυτόνομος σύντροφος και τείνει να αναπαράγει μέσα στη σχέση δυναμικές γονιού-παιδιού. Ενδεικτικά, ένα παθητικο-επιθετικό άτομο μπορεί ασυνείδητα να τοποθετεί τον σύντροφό του στον ρόλο του φροντιστή, απαιτώντας προστασία και κάλυψη συναισθηματικών αναγκών που δεν ικανοποιήθηκαν στην πρώιμη ζωή. Σε τέτοιες περιπτώσεις, η κυριαρχία του ψευδούς εαυτού δυσχεραίνει την αυθεντική συναισθηματική επαφή και εντείνει τις συγκρούσεις στο ζευγάρι. Η θεραπεία προσφέρει τον χώρο όπου αυτές οι δυναμικές μπορούν να αναδυθούν, να αναγνωριστούν και να επεξεργαστούν, επιτρέποντας σταδιακά την ενίσχυση του αληθινού εαυτού και τη μετάβαση σε πιο ώριμες, αμοιβαίες και ισότιμες σχέσεις (Winnicott, 2001).
Υπάρχουν διάφορα είδη μητρότητας και αναπτύσσεται με διάφορους τρόπους ο δεσμός μητέρας-βρέφους. Η μητέρα με το καλό ή κακό στήθος, η μητέρα που ακούει, που κρατά, που φροντίζει, η απορριπτική μητέρα, η συναισθηματικά απούσα μητέρα, η μητέρα του πόνου, η εσωτερική μητέρα, η εξιδανικευμένη μητέρα, η μητέρα που δεσμεύει, η μητέρα που ευνουχίζει, η εξιδανικευμένη μητέρα, η αρκετά καλή μητέρα, η σκεπτόμενη μητέρα, η εσωτερικευμένη μητέρα, η μητέρα που λειτουργεί ως καθρέφτης, η μητέρα που μισεί τον εαυτό της, η μητέρα που αγαπά... (Lakhar, 2014).
Η μητέρα αναμένεται να λειτουργεί ως καταφύγιο ασφάλειας, ως πηγή ενίσχυσης και ως καθρέφτης αυτοεκτίμησης για το παιδί, αποτελώντας μια σταθερή παρουσία που ενισχύει, προστατεύει και αντανακλά την αξία του. Ωστόσο, σε ορισμένες περιπτώσεις, η χαρά, η ανάπτυξη και η επιτυχία του παιδιού πυροδοτούν στη μητέρα συναισθήματα φθόνου, άγχους και απειλής, ιδιαίτερα όταν η ίδια έχει βιώσει προσωπικές ματαιώσεις. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα να μη βιώνονται ως φυσική συνέχεια της μητρικής προσφοράς, αλλά να αποτελούν μια απειλή. Ιδίως όταν η ίδια η μητέρα κουβαλά ανεκπλήρωτες επιθυμίες, προσωπικές ματαιώσεις και μια αίσθηση ζωής που δεν πραγματοποιήθηκε, η πρόοδος του παιδιού μπορεί να αφυπνίσει ασυνείδητα συναισθήματα φθόνου, άγχους και εσωτερικής απώλειας.
Ο φθόνος αυτός είναι συνήθως ασυνείδητος και εκφράζεται έμμεσα, βρίσκοντας διέξοδο μέσα από καλυμμένες μορφές, όπως τα υποτιμητικά σχόλια, που ακυρώνουν την επιτυχία, κατηγορίες, που προκαλούν ενοχές, ψυχρότητα, που παγώνει κάθε είδους χαρά ή προειδοποιήσεις αποτυχίας, που δηλητηριάζουν κάθε προσπάθεια. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα το παιδί να λαμβάνει αντιφατικά μηνύματα, καθώς η μητέρα από τη μία το ενθαρρύνει να επιτύχει και από την άλλη το «τιμωρεί» συναισθηματικά για την επιτυχία του.
Μέσα σε αυτή τη διπλή δέσμευση, το παιδί παγιδεύεται σε ένα βαθιά επώδυνο δίλημμα. Αν πετύχει,
αισθάνεται ότι προδίδει ή απειλεί τον δεσμό εξάρτησης με τη μητέρα. Αν αποτύχει, βιώνει ότι διαψεύδει τις προσδοκίες της. Σε συγχωνευμένες σχέσεις, όπου τα όρια μεταξύ μητέρας και παιδιού παραμένουν θολά και η ατομικότητα δεν επιτρέπεται να αναδυθεί, ο φθόνος συνδέεται με την αδυναμία αποχωρισμού. Το παιδί δεν βιώνεται ως ξεχωριστό υποκείμενο, αλλά ως προέκταση του μητρικού εαυτού, και η επιτυχία του γίνεται απειλή για τη συνοχή αυτής της συγχώνευσης. Το αποτέλεσμα είναι η σταδιακή αποδόμηση της ταυτότητας και της αυτοεκτίμησής του.
Οι επιπτώσεις αυτής της δυναμικής δεν περιορίζονται στην παιδική ηλικία, αλλά συχνά συνοδεύουν το άτομο και στην ενήλικη ζωή. Ο φόβος της επιτυχίας και η αυτο-υπονόμευση εμφανίζονται ως σιωπηλές στρατηγικές επιβίωσης. Το άτομο περιορίζει τις δυνατότητές του, αποφεύγει την έκθεση, τη διάκριση και την πρόοδο, σαν να προσπαθεί να παραμείνει «μικρό» και ακίνδυνο, ώστε να μην ξυπνήσει τον φθόνο και την ενοχή. Τελικά, γεννάται το κρίσιμο ερώτημα: ο φθόνος της μητέρας συνεχίζει να υπάρχει στην πραγματικότητα ή έχει εσωτερικευθεί; Μήπως μεταμορφώθηκε σε μια εσωτερική φωνή, σε ένα «απειλούμενο παιδί» που ζει μέσα στον ενήλικα, καθοδηγώντας ασυνείδητα τις επιλογές του, τις φιλοδοξίες του και τα όρια που θέτει στον ίδιο του τον εαυτό;
Ο ρόλος των γονιών
Τι χαρακτηριστικά θα πρέπει να έχει κάποιος για να μπορεί να ανταποκριθεί επαρκώς στον ρόλο του γονιού; Υπάρχουν καλοί και κακοί γονείς και ποιος μπορεί να τους αξιολογήσει;
Ο καθένας αξιολογεί τον εαυτό του, γιατί μόνο έτσι θα μπορέσει να καταφέρει να φτάσει στην προσωπική του ανάπτυξη και σε βελτίωση του συγκεκριμένου ρόλου. Μέσα από την αξιολόγηση, ο άνθρωπος επιστρέφει και εξετάζει τον ίδιο τον εαυτό του, όχι για να τον κατηγορήσει ή να δικαιολογηθεί, αλλά για να κατανοήσει και να εξελιχθεί. Η αυτοαξιολόγηση είναι μια σιωπηλή αλλά ουσιαστική πράξη ευθύνης. Η αξιολόγηση που συνήθως οι γονείς λαμβάνουν υπόψη ή θα έπρεπε να λαμβάνουν υπόψη σχετικά με τον γονεϊκό τους ρόλο, είναι η αξιολόγηση από τα ίδια τα παιδιά. Πρόκειται για τους άμεσα ενδιαφερόμενους, που βιώνουν καθημερινά αυτή τη σχέση και επομένως αυτά μπορούν να απαντήσουν σε ποιο βαθμό οι γονείς τους ανταποκρίθηκαν σε αυτόν τον ρόλο.
Λαμβάνοντας όμως αυτό υπόψη ας ξεκινήσει ο καθένας από κάτι στο οποίο έχει πιο άμεση πρόσβαση,ένα πιο οικείο πλαίσιο: τη δική του παιδική εμπειρία. Τι ζητούσε ο ίδιος ως παιδί από τους γονείς του; Πώς αντιλαμβάνεται το παιδί τον κόσμο γύρω του; Με τι είναι ευχαριστημένο ή και ευτυχισμένο ένα παιδί; Ως παιδιά τα έχετε βιώσει όλα αυτά και ξέρετε καλά την απάντηση. Τώρα όμως που βρίσκεστε σε ένα διαφορετικό ρόλο πόσο εύκολο είναι να επιστρέψετε σε έναν παλαιότερο ρόλο; Ωστόσο, μόνο από μια εναλλαγή ρόλων ανάμεσα στον δικό σας ρόλο και στον ρόλο αυτού που έχετε απέναντί σας –του παιδιού- μπορείτε να φτάσετε στη δόμηση μιας ιδανικής σχέσης.
Ποιοι είναι οι βασικοί στόχοι για ένα παιδί; Να είναι ψυχικά ισορροπημένο, ήρεμο, ασφαλές, ικανοποιημένο, δημιουργικό, να αναπτύσσεται, να μαθαίνει, να δέχεται διαρκώς νέα ερεθίσματα, να νιώθει χαρούμενο, να αρχίσει να αναπτύσσει την υπευθυνότητα, χωρίς να χάνει την ανεμελιά της παιδικής ηλικίας, να αποκτήσει αυτοεκτίμηση και αυτοπεποίθηση, να ανακαλύπτει τον κόσμο νιώθοντας ότι έχει πάντα δίπλα του τους γονείς του, ως στήριγμα και όχι ως απειλή. Το πιο σημαντικό είναι ότι οι γονείς θα πρέπει να ενδιαφέρονται πραγματικά για το παιδί, να το αγαπούν και να δείχνουν την αγάπη τους με τρόπο κατανοητό, να το σέβονται και να του μάθουν την έννοια του σεβασμού. Η αγάπη και ο σεβασμός δεν θα πρέπει να αποτελούν αφηρημένες έννοιες, θα πρέπει να γίνονται αντιληπτά στο παιδί μέσα από τις καθημερινές πράξεις των γονιών. Το παιδί δεν μπορεί να μάθει να σέβεται και να αγαπά, αν έχει έναν γονιό που δεν σέβεται και δεν αγαπά. Οι γονείς μέσα από τον δικό τους χαρακτήρα και τη δική τους συμπεριφορά διδάσκουν στο παιδί τις αξίες και τα συναισθήματα.
Σε κάθε οικογένεια, οι γονείς βάζουν τις προτεραιότητες, που εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από τον τρόπο που οι ίδιοι μεγάλωσαν, από την προσωπική τους ιστορία: όσα βίωσαν, όσα στερήθηκαν, αλλά και τα ερεθίσματα που καθημερινά δέχονται μέσα στο περιβάλλον τους. Επομένως, ο καθένας έχει διαμορφώσει στο μυαλό του μια εικόνα για τον ρόλο του γονιού, τι σημαίνει δηλαδή να είναι κάποιος γονιός. Τι είχαμε, τι μας έλειπε, τι θέλουμε να κρατήσουμε από τους γονείς μας και τι θέλουμε να αποφύγουμε (χωρίς να είναι πάντα εφικτό αυτό); Μέσα σε αυτά τα ερωτήματα, ο γονεϊκός ρόλος παραμένει μια διαρκής διαδικασία μάθησης, όπου η αυτογνωσία γίνεται το πιο πολύτιμο εργαλείο για την ανάπτυξη των σχέσεων.
Ωστόσο, το πιο σημαντικό στον καθορισμό του ρόλου του γονιού είναι τα ερωτήματα που με ειλικρίνεια ο ίδιος ο γονιός θέτει στον εαυτό του και λειτουργούν ως ένας εσωτερικός καθρέφτης, καθώς τον βοηθούν να αξιολογήσει τη στάση, τη διαθεσιμότητα και τη συναισθηματική του παρουσία.
Ακούω με κατανόηση τα προβλήματα και τις ανάγκες του παιδιού; Δίνω χώρο στις ερωτήσεις, τις σκέψεις και τις αμφισβητήσεις του παιδιού, δείχνοντας σεβασμό για τη δική του ταυτότητα;
Επικοινωνώ με ειλικρίνεια και αμοιβαίο σεβασμό λαμβάνοντας υπόψη τις δικές του ανάγκες;
Μαθαίνω στο παιδί ότι όλοι έχουμε δικαιώματα και θα πρέπει να σεβόμαστε τα δικαιώματα των άλλων; Είμαι σίγουρος για τον εαυτό μου και τη συμπεριφορά μου;
Κατανοώ τις ανάγκες των παιδιών μου; Ξέρω να ακούω; Νιώθει το παιδί μου ότι είμαι διαθέσιμος για αυτό, όχι μόνο πρακτικά αλλά και συναισθηματικά; Υπάρχει μια ψυχική γέφυρα επικοινωνίας ανάμεσά μας;
Δέχομαι χωρίς όρους το παιδί μου; Ζητάω συγγνώμη από το παιδί μου όταν κάνω κάποιο λάθος;
Στηρίζω τις επιλογές του παιδιού μου; Το ενθαρρύνω, το επαινώ;
Αναγνωρίζω τις δικές του επιθυμίες ή εστιάζω μόνο στις δικές μου προσδοκίες;
Το παιδί μου μπορεί να εκφραστεί ελεύθερα όταν βρίσκεται κοντά μου χωρίς να φοβάται την απόρριψη ή την κριτική;
Ο τρόπος που μεγάλωσα επηρεάζει τον τρόπο που μεγαλώνω το παιδί μου και σε ποιον βαθμό;
Τα όρια που θέτω είναι σαφή και σταθερά, με σεβασμό προς το παιδί, έτσι ώστε να νιώθει ασφάλεια και όχι φόβο και απειλή;
Ενθαρρύνω την αυτονομία του παιδιού μου ή του προκαλώ ενοχές γιατί φοβάμαι να το αφήσω να απομακρυνθεί;
Χαίρομαι που προχωρά και εξελίσσεται ή φοβάμαι ότι μπορεί να με ξεπεράσει;
Αν ήμουν παιδί, πώς θα ένιωθα να είχα έναν γονιό σαν εμένα;
Πόσο παρών ως γονιός είμαι σε αυτή τη σχέση; Μήπως έχω υπερβολικές απαιτήσεις από αυτόν τον ρόλο ή μήπως έχω υπερβολικές προσδοκίες από τον ρόλο του παιδιού;
Αποτελεσματικός ή επαρκής γονιός δεν είναι αυτός που δεν κάνει λάθη, αυτός που είναι αυθεντία
απέναντι στο παιδί, αυτός που τα κάνει όλα τέλεια. Λάθη κάνουν όλοι οι άνθρωποι, στόχος είναι να τα αναγνωρίζουμε και να τα παραδεχόμαστε, ώστε να μπορούμε να βελτιώσουμε τον εαυτό μας. Ο αποτελεσματικός γονιός είναι εκείνος που εξελίσσεται μαζί με το παιδί του, αυτός δηλαδή που προσαρμόζεται στις ανάγκες του παιδιού, συνδυάζοντας αγάπη, όρια και παρουσία.
Η αναζήτηση της τελειότητας το μόνο στο οποίο μπορεί να μας οδηγήσει είναι στο άγχος ή στη ματαίωση για όσα δεν έχουμε καταφέρει ή δεν μπορούμε να καταφέρουμε.
Ο καθένας θέτει τους δικούς του στόχους, έχει τις δικές του αξίες, κουβαλάει τα δικά του πρότυπα και τα δικά του βιώματα, κάνει τα δικά του όνειρα και τελικά αποφασίζει ποιος είναι ο καλύτερος για αυτόν ρόλος που θα πρέπει να υιοθετήσει ως γονιός. Ο ρόλος του γονιού είναι πολυδιάστατος και πολυπαραγοντικός και εξαρτάται από τα χαρακτηριστικά του ατόμου και τα χαρακτηριστικά του γονιού. Ο γονιός δείχνει αγάπη με λόγια και πράξεις και είναι το βασικό πρόσωπο για τη δόμηση της ασφάλειας και της εμπιστοσύνης στο παιδί, είναι το πρόσωπο που μαθαίνει στο παιδί τον σεβασμό, τη φροντίδα, τη συνεργασία, τον διάλογο και την επικοινωνία. Ο γονιός διδάσκει στο παιδί την εκδήλωση των συναισθημάτων και της συμπεριφοράς. Μαθαίνει στο παιδί να αναγνωρίζει τα συναισθήματά του, να μιλά για αυτά και να τα δείχνει στους άλλους. Παίρνει στα σοβαρά τα συναισθήματα του παιδιού, ακόμα κι αν δεν συμφωνεί με τη συμπεριφορά του. Μαθαίνει στο παιδί να ακούει, να παραδέχεται τα λάθη του, να ελέγχει τη συμπεριφορά του, να θέτει στόχους, χωρίς να αναζητά την τελειότητα.
Η συνέχεια στο βιβλίο...
Περιγραφή:
Το παρόν βιβλίο περιγράφει τις οικογενειακές σχέσεις, καλύπτοντας όλες τις ηλικίες. Εστιάζει στον ρόλο των γονιών, που είναι ένας δια βίου ρόλος, ο οποίος δημιουργεί συναισθήματα, ευθύνες, δεσμεύσεις, εντάσεις… Οι οικογενειακές σχέσεις μάς βοηθούν να ανακαλύψουμε τον εαυτό μας και να κατανοήσουμε το πώς λειτουργούμε μέσα στις σχέσεις, γι’ αυτό απαιτούν ενασχόληση και γνώση αυτών. Η δια βίου μάθηση των γονιών είναι μια βαθιά βιωματική διαδικασία που συντελείται μέσα στις ίδιες τις σχέσεις, αρκεί ο γονιός να είναι παρών σωματικά, ψυχικά, συναισθηματικά και γνωστικά. Οι οικογενειακές σχέσεις μάς αφορούν όλους, έχοντας τον ρόλο είτε του παιδιού είτε του γονιού.
Η σχέση που έχουμε με τους γονείς μας –ή η απουσία της– μας συνοδεύει σε όλη μας τη ζωή και βρίσκεται στον πυρήνα όλων των μετέπειτα σχέσεών μας. Η δια βίου μάθηση των γονιών αποτελεί επένδυση στη σχέση και όχι μόνο στη γνώση, συμβάλλοντας στη δημιουργία ενός οικογενειακού περιβάλλοντος που ευνοεί την ψυχική υγεία, την προσωπική ανάπτυξη και τη διατήρηση ουσιαστικών δεσμών στον χρόνο. Η οικογένεια, όπως ένας ιστός αράχνης, υφαίνεται και ανανεώνεται καθημερινά· είναι εύθραυστη και ανθεκτική ταυτόχρονα, και η συνοχή της δεν είναι δεδομένη, αλλά αποτέλεσμα διαρκούς φροντίδας, επίγνωσης και συναισθηματικής επένδυσης.
Σε αυτό το ταξίδι της γνώσης για την οικογένεια, για εμάς τους ίδιους, όποιους ρόλους κι αν έχουμε, μας καλεί αυτό το βιβλίο να νιώσουμε, να προβληματιστούμε, να γνωρίσουμε καλύτερα τον εαυτό μας. Το βιβλίο περιγράφει οικογενειακά μοτίβα, άγραφους νόμους, σιωπηλές συμμαχίες και άλυτες συγκρούσεις, τραύματα του παρελθόντος και συναισθηματικά διλήμματα, ανεκπλήρωτες προσδοκίες και ρωγμές στους δεσμούς. Η σχέση του γονιού με τα παιδιά είναι μια σχέση που δεν τελειώνει με την ενηλικίωση των παιδιών, οπότε στόχος είναι να ακολουθήσουμε αυτή τη σχέση μέχρι την ολοκλήρωση του κύκλου της ζωής.
*Τα πνευματικά δικαιώματα τόσο της εικόνας του εξωφύλλου όσο και του άνωθεν αποσπάσματος ΔΕΝ ανήκουν στο blog, αλλά αποκλειστικά στους συγγραφείς και στον εκδοτικό οίκο.
**Το απόσπασμα δημοσιεύεται κατόπιν συνεννόησης και συναίνεσης της συγγραφέως και του εκδοτικού οίκου.

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου