ΘΥΓΑΤΕΡΑ ΤΟ ΚΟΡΙΤΣΙ ΜΕ ΤΑ ΚΟΚΚΙΝΑ ΜΑΛΛΙΑ
Γράφει η Κυριακή Γανίτη
Εάν τα βιβλία είναι ''παράθυρα'' που ''ανοίγοντάς'' τα μας επιτρέπουν να ρίξουμε ματιές στον κόσμο της φαντασίας και σε άλλα πιθανά παράλληλα σύμπαντα με το δικό μας, τότε εκείνα (τα βιβλία) που οι ιστορίες τους βασίζονται σε αληθινά γεγονότα λειτουργούν σαν άλλοι καθρέπτες που πάνω τους αντανακλάται όχι απαραιτήτως το δικό μας είδωλο, αλλά εκείνο της κοινωνίας με όλα τα καλά και κακά που την απαρτίζουν μαζί με τα πρόσωπα που ζουν μέσα σε εκείνη. Κι επειδή εγώ είμαι πολύ μικρή όχι μόνο για να συγχωρήσω τον κόσμο, αλλά και για να τον κρίνω -όπως έχω ξαναπεί- προσεγγίζω με έναν συγκεκριμένο τρόπο ανάλογα βιβλία. Όχι! Δεν τα φοβάμαι. Ούτε τα θεωρώ ως κάτι το απρόσιτο που δεν μπορώ, ή, δεν πρέπει να αγγίξω, αλλά να... Έχω μάθει να μην κρίνω τις ζωές και τις αποφάσεις των άλλων ανθρώπων, αρχικά γιατί είναι κάτι που δεν με αφορά και δεν με ενδιαφέρει και δεύτερον διότι δεν έχω δικαίωμα να κάνω στους άλλους ανθρώπους ό,τι δε θέλω να κάνουν οι άλλοι/ες σε μένα...
Τον συγγραφέα Βασίλη Κασσάρα ''συναντώ'' ξανά μετά από αρκετό καιρό μέσα από το καινούργιο του κοινωνικό μυθιστόρημα, με τίτλο ''ΘΥΓΑΤΕΡΑ ΤΟ ΚΟΡΙΤΣΙ ΜΕ ΤΑ ΚΟΚΚΙΝΑ ΜΑΛΛΙΑ", το οποίο κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Έξη. Ένα μυθιστόρημα όπου παντρεύει με τρόπο αρμονικό την αληθινή ζωή με τη μυθοπλασία και με απόλυτο σεβασμό και ενσυναίσθηση τόσο προς τα πρόσωπα της υπόθεσης όσο και προς το αναγνωστικό κοινό θα μας προσφέρει μία ευνόητη ιστορία που μας δείχνει τον δρόμο για την αναγέννηση και την αγάπη μέσω της αποδοχής της απώλειας, της συγχώρεσης και τη μνήμη που σθεναρά επιλέγει να μην ''ξεφτίσει'' παρά το πέρασμα του χρόνου και τις όποιες δυσκολίες μπορεί να σημαδέψουν τη σκέψη, την ψυχή και το σώμα μας με μία φυσικότητα λες και είναι δεύτερη φύση μας...
''Η Νίτσα, ώριμη γυναίκα πια, αφήνει τα Κύθηρα και επιστρέφει στον Πειραιά, στο λιμάνι όπου κάποτε έφτασε δεκατριών χρονών, προσφυγοπούλα από τη Σμύρνη. Το ταξίδι γίνεται αφορμή να ξετυλίξει το νήμα της ζωής της: τις μνήμες από τη φρίκη του ξεριζωμού, την απώλεια της μάνας και του αδερφού της, την πείνα και τον φόβο που βίωσε στους δρόμους του Πειραιά αλλά και την άγρια κακοποίηση που την οδήγησε στο Ίδρυμα.
«Γεμάτο θυγατέρες στέκει πολλά χρόνια εκεί το Ίδρυμα… Έχει μουσκέψει ο σοβάς του απ’ τον ιδρώτα και τα δάκρυα, από γέλια κι από λύπες, απ’ όνειρα κι απ’ εφιάλτες, από φιλίες κι από έχθρες· κυρίως όμως απ’ τον πληρωμένο έρωτα».
Εκεί, μέσα στο σκοτάδι, βρίσκει απρόσμενους φύλακες: την Ντώτα και τη μαντάμ Ρενέ. Θα γίνει η θρυλική Γιαγκίνι -η πεντάμορφη με τα κόκκινα μαλλιά και τα πράσινα μάτια, το κορίτσι με τη γλυκιά φωνή που έγινε μύθος. Όλοι τη θέλουν…, αλλά εκείνη αγαπά μόνο έναν: τον Φώτη, τον ναυτικό, που την ερωτεύτηκε βαθιά και είδε πίσω από τη λάμψη.
«Σαν μπεις στο Ίδρυμα, δεν βγαίνεις ξανά ποτέ από εκεί· κι αν κάποια γυναίκα το θελήσει, έχει μόνο τρεις τρόπους: Αν παντρευτεί. Αν το σκάσει. Αν πεθάνει».
Ώσπου μια εξομολόγηση, λίγο πριν από το τέλος, αποκαλύπτει την αλήθεια που της στέρησαν…" (Από το οπισθόφυλλο)
Ο συγγραφέας επιλέγει να ακολουθήσει μία κυκλική πορεία στην εξιστόρηση της ιστορίας που μοιάζει σαν η ίδια (η ιστορία) να έχει τον ρόλο της βασικής όχι μόνο πρωταγωνίστριας, αλλά και της κεντρικής αφηγήτριας που ορίζει τον ρυθμό της ροής, αλλά και του τί πρέπει να ειπωθεί, το πότε, το πού και το γιατί. Κι εμείς οφείλουμε να συμβιβαστούμε (εντός κι εκτός εισαγωγικών) με τα όσα μας δίνονται, ίσως και μας επιτρέπεται να ''γεμίσουμε'' τα όποια αναπάντητα με δικές μας πιθανές, ή, μη υποθέσεις που θα έρχονταν και θα συμπλήρωναν όχι μόνο τα χαμένα κομμάτια του παζλ, μα θα αναπλήρωναν κι αυτό το κομμάτι για να είναι γεμάτη η ψυχή και η σκέψη μας.
Ο συγγραφέας αν και μας προσφέρει ένα ευνόητο από άποψη γραφής κείμενο, δεν παύει να επιλέγει να μιλήσει για την σκληρή κι επώδυνη αλήθεια πίσω από τα γεγονότα της ζωής αρκετών από τα πρόσωπα που θα ''συναντήσουμε'' μέσα στην παρούσα ιστορία. Δίχως να έχει κάποια τάση να μελοδραματοποιήσει, ή, να προβεί σε μία επί τούτου επίκληση στο συναίσθημα του αναγνωστικού κοινού, δε φοβάται να πει εκείνα που συνέβησαν και καθόρισαν σε μεγαλύτερο, ή, μικρότερο βαθμό τις ζωές αυτών των ανθρώπων. Αθώων και μη... Διότι, κάποιες φορές η επιλογή του να ταχθούμε είτε στη μία είτε στην άλλη πλευρά δεν είναι πάντα δική μας απόφαση, αλλά τρίτων... Κι αναρωτιέμαι... Πώς πρέπει να πράξουμε εμείς τότε; Και κυρίως, τί να περιμένουμε από τους/τις άλλους/ες γύρω μας;
Εν κατακλείδι, μπορώ να πω ότι η ιστορία ως ιστορία με συνεπήρε σε μεγαλύτερο βαθμό απ'ότι ο τρόπος με τον οποίο αποτυπώνεται πάνω στο χαρτί. Βλέπετε, ο συγγραφέας έχει ένα δυνατό χαρτί στα χέρια του (τελείως υποκειμενική άποψη) που αφορά τον τρόπο που σκιαγραφεί και προσεγγίζει τη γυναικεία ψυχολογία και φύση αναδεικνύοντας κρυφά και απόκρυφα αυτής και έρχεται και μας κατακλύζει και κάνει την ιστορία τόσο σφοδρή μαζί με τα όσα βιώνουν τα πρόσωπα αυτής που αισθανόμαστε όλα όσα αισθάνονται. Από την αδικία, τον πόνο, την εκμετάλλευση έως και την ελπίδα για ένα καλύτερο αύριο μαζί με ένα φινάλε που λυτρώνει ( ; ) με μία τάση γλυκόπικρη που μας υπενθυμίζει ότι η ζωή δεν είναι πάντα ένα παραμύθι με ευτυχισμένο τέλος...
Αναζητήστε το! Καλή ανάγνωση.
Κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Έξη.

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου