Ας γνωρίσουμε τον συγγραφέα Ιωάννη Δαλέζιο & Bonus: Απόσπασμα βιβλίου ''Στάχτες και Όνειρα" (Εκδ. Ελκυστής)


Ο ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ ΙΩΑΝΝΗΣ ΔΑΛΕΖΙΟΣ

Οι δημιουργοί συστήνονται...κι ας γνωρίσουμε τoν συγγραφέα Ιωάννη Δαλέζιο & Bonus: Απόσπασμα βιβλίου ''Στάχτες και Όνειρα" (Εκδ. Ελκυστής)

Γράφει ο Ιωάννης Δαλέζιος

Ένιωθα πάντα μια βαθιά ανάγκη να αποτυπώνω σκέψεις, εικόνες και συναισθήματα σε ένα απλό τετράδιο. Ήταν ο δικός μου τρόπος να βάζω σε τάξη όσα μέσα μου έμοιαζαν ασύντακτα, να δίνω φωνή σε όσα δεν μπορούσα να εκφράσω αλλιώς.

Θυμάμαι έναν καθηγητή αυτοβελτίωσης να μας λέει: «Γράψτε... όχι γιατί πρέπει, αλλά γιατί μέσα στις λέξεις θα συναντήσετε τον εαυτό σας. Γράψτε χωρίς φίλτρα, χωρίς φόβο, χωρίς την ανάγκη να είστε σωστοί. Εκεί που σταματάτε να προσπαθείτε να εντυπωσιάσετε, αρχίζετε να είστε αληθινοί».
Και τελικά... είχε δίκιο.

Στην αρχή ήταν λέξεις Έπειτα μικρές ιστορίες, αποσπάσματα που έμοιαζαν περισσότερο με εσωτερικές εξομολογήσεις. Με τον χρόνο όμως, και ιδιαίτερα τα τελευταία χρόνια, αυτή η ανάγκη μεγάλωσε. Έγινε τρόπος ζωής. Έγινε η αιτία να συναντώ τον εαυτό μου, να συνομιλώ μαζί του αλλά και να θελήσω να επικοινωνήσω με ανθρώπους που δεν γνωρίζω, μέσα από το μελλοντικό βιβλίο μου.

Βρέθηκα στη συγγραφή αθόρυβα, σχεδόν τυχαία... σαν να με βρήκε εκείνη πριν προλάβω να τη
αναζητήσω. Ίσως όμως, αν το σκεφτώ πιο βαθιά, υπήρξε μια στιγμή που λειτούργησε σαν αφύπνιση. Ήταν όταν άκουσα τη λέξη «συνωστισμός» να χρησιμοποιείται για να περιγράψει τη Μικρασιατική Καταστροφή. Μια λέξη που δεν μπόρεσα να δεχτώ. Μια λέξη που με έκανε να νιώσω ντροπή ως Έλλην. Εκείνη τη στιγμή γεννήθηκε μέσα μου μια ανάγκη να ψάξω, να καταλάβω, να δώσω φωνή σε όσα δεν χωρούν σε λέξεις τόσο μικρές για να περιγράψουν τόσο μεγάλα γεγονότα όπως αυτό της Μικρασιατικής Καταστροφής το 1922.

Ως συγγραφέας δεν νιώθω ότι υπηρετώ έναν συγκεκριμένο στόχο. Υπάρχει όμως μια εσωτερική πυξίδα που με οδηγεί. Μια ανάγκη να μιλήσω για αλήθειες απλές, καθημερινές, αλλά βαθιά ανθρώπινες. Για όσα μας βαραίνουν, για όσα μας πληγώνουν, αλλά και για εκείνα που, πεισματικά, μας κρατούν όρθιους.

Αν μέσα στο πόνημα μου κάποιος βρει μια φράση που τον καθρεφτίζει, που τον αγγίζει ή τον παρηγορεί, τότε νιώθω πως οι λέξεις έχουν βρει τον προορισμό τους.

Μέσα από το ιστορικό μου μυθιστόρημα «Στάχτες και Όνειρα», προσπάθησα να φωτίσω όχι μόνο μια εποχή, αλλά και τον άνθρωπο μέσα σε αυτή. Τις αντοχές, τις επιλογές, τις πληγές και την ελπίδα του αναδεικνύοντας αξίες και στάσεις ζωής που, όσο κι αν αλλάζουν οι καιροί, παραμένουν ζωντανές και αναγκαίες.

Το βιβλίο “Στάχτες και Ονειρα” κουβαλά μέσα του κάτι από εμένα.

Δεν το βλέπω ως μια ολοκληρωμένη απάντηση, αλλά ως μια ανοιχτή συνομιλία με τον αναγνώστη. Γιατί η ανάγνωση, στο βάθος της, είναι μια συνάντηση. Και σε κάθε συνάντηση, ο καθένας φέρνει μαζί του τη δική του αλήθεια.

Αν υπάρχει κάτι που θα ήθελα να γνωρίζει το αναγνωστικό κοινό για εμένα, είναι πως γράφω με
ειλικρίνεια. Δεν με ενδιαφέρει να εντυπωσιάσω, αλλά να επικοινωνήσω. Να δημιουργήσω έναν χώρο όπου κάποιος θα νιώσει οικεία... ίσως και λίγο λιγότερο μόνος.

Γιατί τελικά, αυτό που μένει δεν είναι μόνο οι λέξεις. Είναι το συναίσθημα που αφήνουν πίσω τους. Και αυτό είναι που δίνει νόημα σε όλη τη διαδρομή.

Απόσπασμα βιβλίου ''Στάχτες και Όνειρα''

Η Θυσία της Ελένης
.................Ξαφνικά, άκουσε πίσω τους τα γρήγορα βήματα των Τσετών. Μια ομάδα σκοτεινών μορφών, με μάτια γεμάτα μίσος, τους κυνήγησαν αμείλικτα.
Ήταν ήδη περικυκλωμένοι. Η Ελένη γύρισε το κεφάλι και είδε έναν από αυτούς να βγάζει μαχαίρι.
«Τρέξε!» πρόλαβε να φωνάξει στον Αλέξανδρο. Το παιδί στράφηκε γρήγορα στη γωνία και εκείνη τον ακολούθησε, με βήματα βαριά από τον πόνο και την κούραση. Μα ξαφνικά, μια γροθιά τη χτύπησε στο πρόσωπο. Το κεφάλι της γύρισε απότομα και το αίμα άρχισε να κυλάει από το χείλος της. Ένιωσε μια παγωμένη λεπίδα να σκίζει το δέρμα της, έναν πόνο που διαπερνούσε κάθε κύτταρο. «Καθάρματα, δε θα αφήσω να τον αγγίξετε!» φώναξε με όση δύναμη της είχε απομείνει.
Ο άντρας την έσφιξε με δύναμη, σαν να ήθελε να τη συνθλίψει. Η Ελένη πάλεψε, χρησιμοποιώντας τα νύχια της για να του βγάλει τα μάτια. Εκείνος ούρλιαξε. Και τότε ήρθε ο τρίτος. Κάτω από το ρούχο της, ψηλά στον μηρό, μέσα σ’ ένα μικρό δερμάτινο θηκάκι που είχε ράψει η ίδια, κρατούσε το μικρό ψαλίδι ραπτικής της, το όπλο της αξιοπρέπειας. Με μια ενστικτώδη κίνηση, το τράβηξε και το κάρφωσε στον λαιμό του άντρα. Το μέταλλο μπήκε βαθιά, κάτω από το σαγόνι. 
Ο Τσέτης τραντάχτηκε, υποχώρησε ουρλιάζοντας, τα χέρια του έπιασαν τον λαιμό του καθώς το αίμα του έτρεχε σαν σιντριβάνι. Ο τελευταίος ήρθε τρέχοντας και τη χτύπησε με τον υποκόπανο του όπλου στο πρόσωπο. Το μάγουλό της σκίστηκε, τα χείλη της αιμορραγούσαν, τα γόνατά της λύγισαν, μα δεν έπεσε. Με το μαχαίρι στο χέρι, της το κάρφωσε στο πλευρό.
Η λεπίδα βρήκε σάρκα και κόκκαλο. Το αίμα της πετάχτηκε καυτό και κατακόκκινο, ποτάμι αγάπης και θυσίας. Δεν μπορούσε να πάρει ανάσα. Τα πόδια της έτρεμαν. Αλλά δεν ήθελε να πέσει όχι πριν δει τον Αλέξανδρο μακριά από τον κίνδυνο. Τότε, ο αμείλικτος Τσέτης σήκωσε το γιαταγάνι. Η Ελένη γύρισε το κεφάλι. Τα μάτια της βρήκαν το παιδί της, τον Αλέξανδρό της.
Έτρεχε. Ζωντανός. Ένα πικρό, αιματοβαμμένο χαμόγελο άνθισε στα χείλη της. Το γιαταγάνι κατέβηκε με ορμή. Της έσκισε τον λαιμό. Το αίμα της πετάχτηκε και βάφτηκε το χώμα της Σμύρνης. Πότισε τη γη με το τελευταίο σημάδι μιας μάνας που δε λύγισε. Τα μάτια της έμειναν ανοιχτά, τα χείλη μισάνοιχτα που πρόλαβαν να ψελλίσουν: «Παιδί μου, σε αγαπώ... καλή... τύχη...» πριν κλείσουν για πάντα. Τα γόνατά της λύγισαν στο ματωμένο χώμα. Στεκόταν ακόμη, σαν άγαλμα. Κι ύστερα, αργά, σαν να χανόταν στον δικό της κόσμο, έπεσε. Σιωπηλά. Με χάρη. Όπως πέφτει μια αληθινή μάνα.
Ο Αλέξανδρος κοίταξε πίσω. Διάβασε στα χείλη της την τελευταία λέξη: «Σε αγαπώ». Είδε. Και δε θα ξεχνούσε ποτέ.

Συνεχίζεται...

Περιγραφή:

Σμύρνη, 1922

Η πόλη καίγεται· ο κόσμος πνίγεται στον καπνό και στις κραυγές.

Ανάμεσα στο χάος, ένα παιδί τρέχει για να σωθεί μαζί με τους γονείς του, τον Μανώλη και την Ελένη.

Ο δωδεκάχρονος Αλέξανδρος χάνει τα πάντα μέσα σε λίγες ώρες: την οικογένειά του, το σπίτι του, την αθωότητά του.

Ένας Τούρκος φίλος του πατέρα του, ο Μεχμέτ, και μια μυστηριώδης Ελληνοαμερικανίδα νοσοκόμα, η Ελίζα Μούρ, τον σώζουν, αλλά κανείς δε βγαίνει, από τη φωτιά, χωρίς πληγές.

Καθώς ο Αλέξανδρος ξεριζώνεται και οδηγείται σε έναν νέο κόσμο, αρχίζει να ξετυλίγει το κουβάρι ενός καλά κρυμμένου μυστικού.

Ποιος πραγματικά ήταν ο πατέρας του;

Ποιος πρόδωσε την οικογένειά του;

Ποιο είναι το τίμημα της αλήθειας;

Ένα μυθιστόρημα συγκλονιστικό και βαθιά ανθρώπινο, που ίσως και να ήταν αληθινό, μέσα στην τραγωδία της Μικρασιατικής Καταστροφής και της Γενοκτονίας από τους Νεότουρκους.

Μια ιστορία ενηλικίωσης, μέσα από τη φωτιά της Ιστορίας, τη δύναμη της μνήμης και την ελπίδα της αγάπης.

Το βιβλίο "Στάχτες και Όνειρα" κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ελκυστής.


Τον ευχαριστώ πολύ!!!

Με εκτίμηση,

Κυριακή Γανίτη από το blog Vivliovamon

*Τα πνευματικά δικαιώματα τόσο της εικόνας του εξωφύλλου όσο και του άνωθεν αποσπάσματος ΔΕΝ ανήκουν στο blog, αλλά αποκλειστικά στον συγγραφέα και στον εκδοτικό οίκο.

**Το απόσπασμα δημοσιεύεται κατόπιν συνεννόησης και συναίνεσης του συγγραφέα και του εκδοτικού οίκου.


Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Ας γνωρίσουμε την συγγραφέα Μοσχούλα Μπέστα

Ας γνωρίσουμε την συγγραφέα Χριστίνα Κανταράκη

Σκιές στη θάλασσα του πεπρωμένου

#Αφιέρωμα: Από το ''Απλά σ` αγαπώ" στο ''Σε μισώ μέχρι θανάτου"...