Μόρα: Σκιές στο Χιόνι

Γράφει η Κυριακή Γανίτη

Ένα από τα πολλά μου κουσούρια ως άνθρωπος είναι ότι από πολύ μικρή ηλικία δεν μπορώ να μείνω ικανοποιημένη μόνο με τα όποια προφανή, αλλά πάντα αναζητώ και τα από πίσω και παραπέρα, όπως και να αρέσκομαι να αγγίζω και να τσιγκλάω κάπως τα όρια μεταξύ της πραγματικότητας και της φαντασίας, των όποιων απτών κι αντικειμενικών και επιστημονικώς επεξηγημένων και των όποιων υπόκεινται στους όποιους ''νόμους'' του μεταφυσικού και του μυστηρίου. Λατρεύω, επίσης, τη λαογραφία όχι μόνο του τόπου μας, αλλά κι άλλων χωρών, οπότε μπορείτε να φανταστείτε το πώς εξιτάρουν τη σκέψη μου ιστορίες που αναδύονται από εκείνη και σχετίζονται με την ύπαρξη αποκρουστικών φιγούρων, σπιτιών, τόπων κι άλλων δοξασιών και αρκετών επιπλέον που μπορούν να μας τρομάξουν και να μας κάνουν να φοβόμαστε ακόμη και τη σκιά μας. Έτσι, χαίρομαι σαν μικρό παιδί όταν φτάνει στα χέρια μου ένα μυθιστόρημα (δυστυχώς δεν έχω διαβάσει τόσα όσα θα επιθυμούσα) που υπηρετεί αυτό που αποκαλείται λαογραφικός τρόμος και είναι συνδεδεμένος με την ύπαρξη μας, καθώς και τη λαϊκή μας παράδοση σε μεγαλύτερο βαθμό απ'όσο μπορεί να νομίζουμε...

Σας είπα! Από μικρή, μπορεί να μην είμαι αυτό που λένε αλαφροϊσκιωτη, αλλά διαθέτω μία φαντασία που δεν είναι πλανεύτρα, μα καθοδηγεί τα βήματά μου προς την αναζήτηση ικανοποιητικών απαντήσεων γύρω από θέματα είτε μεγαλύτερης είτε μικρότερης σημασίας που με απασχολούν και διεγείρουν όχι μόνο το θυμικό, αλλά και το λογικό κομμάτι της σκέψης μου. Συνεπώς, δεν ήθελε και πολύ και από αυτήν τη νεαρή ηλικία έψαχνα να διαβάσω για θρύλους, δεισιδαιμονίες, μα κι αρκετά ακόμη που μπορεί να σχετίζονται με το μεταφυσικό κομμάτι και την ύπαρξη εξωπραγματικών πλασμάτων, κλπ. Ε, εάν προσθέσετε σε αυτό και κάτι μύθους ( ; ), δοξασίες των αγράμματων κι απλών ανθρώπων του χωριού της γιαγιάς μου (το επισκέπτομαι κάθε καλοκαίρι!) σχετικά με κάποια στοιχειωμένα ( ; ) σπίτια στο χωριό, κάποια έθιμα σχετικά με τους/τις κεκοιμημένους και τους μελλόνυμφους/νιόπαντρους κι από πού επιτρέπεται, ή, όχι να περάσουν, περίεργα έθιμα, κάτι σκαλισμένους σταυρούς σε κάποιες γωνίες σταυροδρομιών και κάμποσα ακόμη, φαντάζεστε πώς όλα αυτά μπορεί να έχουν παίξει ρόλο στον τρόπο σκέψης μου από μικρό παιδί και την προσπάθειά μου γύρω από την αντίληψη του κόσμου γύρω μου, αλλά και του διαχωρισμού μεταξύ της αλήθειας και της φαντασίας.

''ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΤΟΠΟΙ ΠΟΥ ΔΕΝ ΑΝΗΚΟΥΝ
ΟΥΤΕ ΣΤΟΥΣ ΖΩΝΤΑΝΟΥΣ ΟΥΤΕ ΣΤΟΥΣ ΝΕΚΡΟΥΣ.''

Ίσως αυτή να είναι μία εκ των μεγαλύτερων εισαγωγών που έχω κάνει στην καταγραφή των σκέψεών μου γύρω από ένα βιβλίο που διάβασα και σας παρουσιάζω και πιστέψτε με ότι και πάλι λίγα είναι, αλλά θεωρώ ότι έχετε πάρει μία γερή και κατατοπιστική δόση σχετικά με το τί έπεται στη συνέχεια. Σήμερα, λοιπόν, είχα την πολύ καλή τύχη να ''συναντήσω'' για πρώτη φορά την πένα της συγγραφέως Ευαγγελίας Γιάννου, μέσα από το μυθιστόρημά της, με τίτλο ''Μόρα: Σκιές στο Χιόνι", το οποίο κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Anubis κι ανήκει στο είδος του λαογραφικού τρόμου. Μία κατηγορία μυθιστορημάτων όχι τόσο διαδεδομένη -όση της αξίζει κι αρμόζει- που με επηρέασε με έναν αλλιώτικο τρόπο.

Ας τα πιάσω, όμως, από την αρχή. Βάσει της σύγχρονης ορολογίας ως ''Μόρα'' αποκαλείται το φαινόμενο της υπνικής παράλυσης όπου το άτομο που τη βιώνει -ενώ έχω πλήρη συνείδηση- αισθάνεται λες και έχει παραλύσει και δεν μπορεί να κουνηθεί, ή, να μιλήσει ενώ βρίσκεται σε μία κατάσταση είτε ξύπνιου είτε ύπνου. Από την άλλη, βάσει της λαϊκής μας παράδοσης, η Μόρα έχει ταυτιστεί με την ύπαρξη ενός κακόβουλου και σκοτεινού πλάσματος που έρχεται και πλακώνει τους ανθρώπους στη διάρκεια του ύπνου τους και για να τη διώξουν πρέπει να προσευχηθούν. Το ποια εκδοχή θα διαλέξει να πιστέψει ο καθένας και η καθεμία από εμάς είναι καθαρά υποκειμενικό! Άραγε, πώς συνδέεται, όμως, η Μόρα με την υπόθεση του βιβλίου;

''Πλάι στο ποτάμι στέκει σιωπηλά το Λιοχώρι, ένα ξεχασμένο ορεινό χωριό. Για τους κατοίκους του όμως είναι ολόκληρος ο κόσμος. Εκεί, η ζωή κυλά ήσυχα. Οι άνθρωποι ζουν ταπεινά, κουβαλούν κρυφές επιθυμίες, δε μιλούν ποτέ για εκείνους που έφυγαν και μαθαίνουν να ζουν με την απώλειά τους. Ο Έκτορας και η Αμαλία λαχταρούν ένα παιδί που δεν έρχεται ποτέ. Ο Λεωνίδας ζει κυνηγημένος από το θάνατο της αγαπημένης του. Η Άννα μεγαλώνει ολομόναχη τα τέσσερα παιδιά της. Κι ο παπάς κρατά την πίστη του σαν φανάρι, φωτίζοντας μόνο ό,τι πρέπει να φαίνεται. Εκείνον το Δεκέμβρη, ένα τραγικό δυστύχημα στην πλαγιά του βουνού κατά τη διάρκεια μιας χιονοθύελλας θα έχει ως αποτέλεσμα τη μοιραία συνάντηση και τη σιωπηλή συμμαχία τριών αντρών, διαταράσσοντας τα όρια μεταξύ ζωής και θανάτου. Έκτοτε, πάντα κάτι θα κινείται ανάμεσά τους παίρνοντας για καθέναν τη μορφή του μεγαλύτερου φόβου του. Στο ήσυχο Λιοχώρι, η ζωή κι ο θάνατος παύουν να είναι δυνάμεις αντίθετες· γίνονται αλληλένδετες και διεκδικούν ίσο μερίδιο…" (Από το οπισθόφυλλο)

Ούσα ένα ανάποδο κεφάλι, πολλές φορές πιάνω τον εαυτό μου να ''χάνεται'' στο δίλημμα να πιστέψω μόνο ό,τι βλέπω, ακούω και βιώνω, ή, όχι; Δηλαδή να μπορέσω να αποδεχθώ κι αυτά που μπορεί να μου έχουν διηγηθεί τρίτα πρόσωπα, ή, περνούν σαν άλλο προϊόν κληρονομιάς από γενιά σε γενιά; Ε, λοιπόν, κάπως έτσι αισθάνθηκα από τις πρώτες, κιόλας, στιγμές της ανάγνωσης του βιβλίου. Η συγγραφέας με φανερή την πρόθεσή της να σταθεί σε ζεύγη αντιφατικά και καθόλα αμφίσημα θα επιλέξει να μιλήσει για τη ζωή και τον θάνατο, τη χαρά και τη λύπη, τις ενοχές και τη λύτρωση, για ό,τι μπορεί να επεξηγηθεί με τη λογική και τί με τη φαντασία, τις σκιές και το φως, καθώς και για πολλά παραπάνω που συνθέτουν την ήδη περίπλοκη και δυσνόητη, ακόμη και για εμάς τους ίδιους και τις ίδιες, ανθρώπινη φύση μας. Ναι, εμείς φτιάχνουμε τα πάντα σχεδόν γύρω μας. Το όποιο φως και το σκοτάδι αναδύεται από τις δικές μας ψυχές, πράξεις, συμπεριφορές, επιλογές, απωθημένα, λάθη, πάθη και τα συναφή.

Από την αρχή της εξιστόρησης της πλοκής θα αντιληφθούμε ότι η συγγραφέας έχει σκοπό να ακολουθήσει έναν δικό της -κάπως πιο βραδύ για μένα- ρυθμό που αναδεικνύει σταθερά και συνεχόμενα όλα εκείνα τα στοιχεία που συνθέτουν όχι μόνο τις ψυχές και την ύπαρξη όλων των τρομακτικών στοιχείων που μας κάνουν όχι μόνο να φτύνουμε τον κόρφο μας, αλλά να κάνουμε τον σταυρό και την προσευχή μας σαν μία απέλπιδα προσπάθεια για να προστατευτούμε από το όποιο άγνωστο απειλητικό κακό. Και σας ρωτώ. Εάν, τελικά, αυτό που βαθειά φοβόμαστε δεν είναι τα πλάσματα της φαντασίας, αλλά οι ίδιες μας οι πράξεις και οι συνέπειες αυτών από τις οποίες με κανέναν τρόπο δεν μπορούμε να τις αποφύγουμε; 

Τί έχουμε, ουσιαστικά, εδώ; Ένα πυκνογραμμένο και βαθειά προσωποκεντρικό μυθιστόρημα, η ιστορία του οποίου βασίζεται στην εσωτερική πάλη που λαμβάνει χώρα στις ψυχές των προσώπων που θα πρωταγωνιστήσουν με τον έναν, ή, τον άλλον τρόπο μέσα στις σελίδες του. Ένα μυθιστόρημα τρόμου όχι, όμως, όπως μπορεί να τον έχουμε συνηθίσει/συνδυάσει στο μυαλό μας. Αλλά μία εκδοχή που μοιάζει πιο προσιτή και μακρινή την ίδια στιγμή. Εδώ να πω ότι και όλο το ονειρικό σκηνικό έρχεται να τονίσει τις όποιες αντιθέσεις και με τη σειρά του να ενισχύσει την ήδη βαρύνουσα από άποψη μυστηρίου κι αγωνίας ατμόσφαιρα που διακρίνει πολλά από τα επαρχιακά μέρη της χώρας μας μαζί με τις όποιες πεποιθήσεις, δοξασίες και τυχόν δεισιδαιμονίες μένουν ζωντανές κατά το πέρασμα των ετών μέσα στις ψυχές των κατοίκων τους.

Εάν εξαιρέσουμε τον μεγάλο του όγκο -προσωπικά θα ήθελα να είναι πιο μικρό σε έκταση- το μυθιστόρημα μου άφησε αρκετά καλές εντυπώσεις και θεωρώ ότι πέτυχε τον σκοπό του. Μελλοντικά θα ψάξω να διαβάσω κι άλλα έργα της συγγραφέως και κάπου εδώ θα ολοκληρώσω τις σκέψεις μου γι'αυτό προτρέποντάς σας να το αναζητήσετε κι εσείς με τη σειρά σας, ειδικά αν αγαπάτε ό,τι έχει σχέση με τον λαογραφικό τρόμο.
Καλή ανάγνωση.

Κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Anubis.

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

ΑΠΟ ΑΥΡΙΟ ΜΑΖΙ

Διαβάζοντας ένα απόσπασμα από το βιβλίο «Στοχασμοί» (Εκδ. Ελκυστής)

Μελτέμια και ψίθυροι

Μαθήματα Rom-Com

Διαβάζοντας μια σύνθεση αποσπασμάτων για το βιβλίο: «Η ΕΣΧΑΤΗ ΠΑΡΟΥΣΙΑ» (Εκδ. Ελκυστής)